Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Blue Circle: Το πρόβλημα (3o μέρος)

Η κρεβατοκάμαρα του Αντώνη δεν ήταν πολύ μεγάλη. Γενικώς το διαμέρισμα δεν ήταν μεγάλο, αλλά σίγουρα η άνεση και η ζεστασιά του έφτανε σ' έναν εργένη. Κάτι ακόμα που πρόσεξε η κοπέλα μόλις μπήκε μέσα ήταν ότι το δωμάτιο ήταν πολύ φωτεινό. Τα παντζούρια ήταν ανοιχτά κι όλο το φως του μεσημεριάτικου ήλιου επιδείκνυε το μεγαλείο του. Όλα γύρω ήταν λευκά, οι ντουλάπες, το πορτατίφ, το κομοδίνο, το κρεβάτι ολόκληρο, ωστόσο κάτι μαγάριζε το χώρο. Μια μπλε σκέψη περνούσε απ' τα μάτια τους. Μόνο μια αίσθηση ηρεμίας και χαλάρωσης θα μπορούσε να νιώσει κανείς εκεί μέσα. Όχι όμως εκείνη. Το κόκκινο του προσώπου της δεν είχε χαθεί διόλου και τα χείλη της ήταν σφιγμένα και υγρά απ' το νερό που είχε πιει Ο νέος άντρας φυσικά και τα πρόσεξε όλα αυτά. Και συνειδητοποίησε ότι του άρεσαν. Ξαφνικά, εκείνη γύρισε απότομα το κεφάλι της και τον κοίταξε. Το βλέμμα της ξεχείλιζε από σιγουριά, αλλά και απορία, σαν να έλεγε "και τώρα, τι πρέπει να κάνω;" Εκείνος προσπάθησε να χαμογελάσει.

-Κοίταξε....ξαναλέω, δε χρειάζεται να το κάνεις αυτό, αν δεν το θέλεις πραγματικά.

Σιωπή εκείνη.

-Κοίταξε να δεις...εγώ δεν έχω πρόβλημα. Κι αυτό, γιατί δεν είσαι η πρώτη, αν καταλαβαίνεις. Εμένα μια άγνωστη στο κρεβάτι μου δε με χαλάει. Με λίγη προσοχή περνάω πολύ καλά. Εσένα όμως σε συμπαθώ και δε θέλω ούτε εσύ να το μετανιώνεις αργότερα, ούτε να εκτίθεμαι εγώ χωρίς λόγο.

Η νεαρή κοπέλα δεν απάντησε. Για μια στιγμή κοίταξε το κατάλευκο κρεβάτι κι έπειτα άρχισε να ξεκουμπώνει τη ζακέτα της. Στο πρόσωπο του άντρα που στεκόταν δίπλα της ζωγραφίστηκε η απορία. Δεν ήταν ηλίθιος, οπωσδήποτε όχι και νοιαζόταν για κείνη λίγο παραπάνω απ' ότι θα νοιαζόταν κάποιος για έναν εντελώς άγνωστο σε αυτόν άνθρωπο. Όσο της μιλούσε από μια οθόνη είχε την εντύπωση ότι δεν ήταν τίποτ' άλλο από μια τρυφερή γυναικεία ύπαρξη που βιαζόταν να κάνει κάτι που στην πραγματικότητα δεν ήθελε. Όχι με εκείνον τουλάχιστον. Και η συνάντηση τους το επιβεβαίωνε αυτό. Η κοινωνία και οι σημερινοί άνθρωποι της είχαν μεταδώσει το μήνυμά τους και η σύγκριση μαζί τους ίσως επέφερε καταστροφικά αποτελέσματα. Και ίσως εκείνος να μπορούσε να το σταματήσει, αν ήθελε. Δε θα το έκανε, όμως. Όση ώρα την παρατηρούσε, δεν έβλεπε στο πρόσωπό της ένα παιδί, ένα κοριτσάκι, σίγουρα όχι. Έβλεπε ωστόσο ένα όμορφο και αθώο πλάσμα και είχε καιρό να δει κάτι τέτοιο σε γυναίκα. Του άρεσε. Και την ώρα που εκείνη ήταν έτοιμη να βγάλει τη μπλούζα της, της είπε παίρνοντας μια έκφραση, σαν να της έλεγε "άντρας είμαι, μαλάκας όμως όχι"

-Όχι. Μη βιάζεσαι. Χαλαρά. Πρέπει πρώτα να γνωρίσεις εμένα.

Και άρχισε να γδύνεται μπροστά της. Όταν πια έμεινε μόνο με το εσώρουχο, σταμάτησε να την κοιτάξει. Εκείνη δε φαινόταν να δειλιάζει. Τον κοίταξε με τη σειρά της στα μάτια κι έπειτα σ' όλο του το σώμα. Κι είχε ωραίο σώμα ο άτιμος.

-Τώρα κάθισε και βγάλε τα παπούτσια σου.

Η κοπέλα υπάκουσε με προθυμία και κάθισε στο κρεβάτι, ενώ εκείνος έκανε το ίδιο.

-Ωραία. Τώρα... θα με βοηθήσεις να βγάλω το boxerακι.


Πήρε απαλά τα δυο χέρια της και μαζί με τα δικά του έβγαλε σιγά σιγά το boxer ως τα γόνατα. Έπειτα το έβγαλε τελείως μόνο με τα δικά του χέρια κι αφού το έβαλε κάπου δίπλα, την κοίταξε. Το κοκκίνισμα φυσικά δεν έλειπε πάλι από το πρόσωπό της, αλλά υπήρχε μια ηρεμία και ψυχραιμία στο βλέμμα της που τον εξέπληξε. Για πρώτη φορά του φάνηκε σίγουρη γι' αυτό που έκανε κι έτσι του έδινε το μπαλάκι για να συνεχίσουν. Έτσι, χωρίς να χάσει άλλο χρόνο, πήρε απαλά το χέρι της και προσπάθησε να το βάλει πάνω στο όργανο του.

-Άγγιξε με... Ίσως φαίνεται τρομακτικό, αλλά είσαι μεγάλη κοπέλα πια! Η αρχή είναι δική σου!

Εκείνη δε δίστασε. Άφηνε το χέρι του να οδηγήσει το δικό της και δεν το τράβηξε όταν εκείνος το έβαλε ακόμη πιο χαμηλά. Κι ενώ μέχρι τότε ένιωθε έστω μια κάποια σιγουριά και θάρρος, γρήγορα άρχισε να πιστεύει ότι παραδίνεται σε κατι αισχρό, ανούσιο. Ποιό το νόημα του να πηγαίνεις με κάποιον που δε νιώθεις ούτε το παραμικρό συναίσθημα γι' αυτόν, όσο καλός κι αν ήταν; Της φάνηκε σαν να εμφανίστηκε μπροστά της ένας γυμνός άντρας από το πουθενά. Ούτε το όνομα του δε θυμόταν. Και θα συνέχιζε να μεγαλώνει αυτή η αίσθηση του ανούσιου, εάν δεν άλλαζαν τα πράγματα. Ξαφνικά, ο γυμνός άντρας άρχισε να ανεβάζει το χέρι της όλο και πιο ψηλά πάνω στο κορμί του. Η παλάμη της άγγιξε τη γυμνασμένη κοιλιά του, τα δάχτυλα της χάιδεψαν το στέρνο του, ενώ με το άλλο της χέρι αυθόρμητα άγγιξε την πλάτη του. Κι έτσι θέλησε να πάει ακόμη πιο κοντά του, χωρίς να ξέρει γιατί, αγνοώντας το γεγονός ότι το ένστικτο της είχε ξυπνήσει για τα καλά. Και τότε, κάθε τι ανούσιο, αισχρό και πρόστυχο χάθηκε από το μυαλό της. Μπροστά της έβλεπε μόνο έναν άντρα, ωραίο για τα μάτια της που με τη γύμνια του της είχε ξυπνήσει τον πόθο, τον έρωτα.

Εκείνος βλέποντας τη συμπεριφορά της κατάλαβε τι είχε συμβεί. Έβλεπε κι αυτός μια γυναίκα μπροστά του με μάτια όλο λάμψη και προσμονή. Και φυσικά αντέδρασε ανάλογα. Άφησε τα χέρια της πάνω στο σώμα του κι ο ίδιος άρχισε να τη χαϊδεύει αρχίζοντας από τους ώμους της και φτάνοντας ως τη μέση της. Εκεί, ρίχνοντας της πρώτα ένα βιαστικό βλέμμα, της έβγαλε τη μπλούζα. Μετά από λίγο δεν κρατήθηκαν. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου με ορμή, μ' έναν δυνατό πόθο για ένωση ψυχών και σωμάτων, έστω κι αν ήταν άγνωστοι, έστω κι αν δεν ξανασυναντιόνταν ποτέ. Ένιωθαν το φως να πέφτει πάνω τους και να φωτίζει τα σώματα τους, χωρίς όμως να τα ζεσταίνει ούτε κατά το ήμισυ απ' όσο τους ζέσταινε η ένωσή τους. Κι ήταν μια από τις λίγες μέρες που ο ήλιος έδυσε με χαμόγελο.



Όλα δικά σου, μάτια μου κι ο πόνος σου δικός μου
είδαν πολλά τα μάτια μου στις γειτονιές του κόσμου.....

1 σχόλιο: