Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Blue Circle: The myth (1o μέρος)

"Loving mother...he has come...to take your son...."



-Θεέ μου! Το παιδί! Γιώργο, τρέξε το παιδί!


Μόνο αυτά τα λόγια μπόρεσε να ξεστομίσει η έντρομη μάνα, μόλις άνοιξε την πόρτα της μονοκατοικίας και είδε το γιο της να κείτεται στο πεζοδρόμιο. Το ελάχιστο φως από τις κολόνες της ΔΕΗ μόλις που έφτανε για να μπορέσεις να δεις ένα πρόσωπο κυριολεκτικά μελανιασμένο, παγωμένο κι ένα ακίνητο, νεανικό κορμί να σιγοψιθυρίζει τα τελευταία λόγια ζωής που του απέμειναν. Τι φρίκη, τι τρόμο, τι απόγνωση μπορεί να νιώσει κανείς βλέποντας έναν άνθρωπο σ' αυτή τη κατάσταση, πόσο μάλλον βλέποντας κάποιο γνωστό, το ίδιο το παιδί του;

Η μητέρα έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη με τα χέρια στο στόμα, απεγνωσμένη. Δεν ήταν δυνατόν, δεν ήταν! Μετά από λίγο, σα να ξύπνησε από όνειρο, έπεσε στα γόνατα και σκέπασε με τα χέρια της το σώμα του αγοριού της. Τι κρύος που ήταν! Ήταν δυνατόν να περνούσε ακόμη ανάσα σ' αυτό το μαρμαρωμένο κορμί; Κι έβαλε τα κλάματα. Τρομαγμένος, βγήκε σε λίγο απ' το σπίτι κι ένας άντρας, ο οποίος μόλις είδε τούτη τη σκηνή, βάλθηκε να επαναλαμβάνει τη λέξη "βοήθεια", αν και η βοήθεια υποτίθεται ότι θα ερχόταν από αυτόν. Ήταν ο πατέρας. Αμέσως μετά, εμφανίστηκε ένα τρίτο άτομο, μια μεγαλόσωμη κοπέλα, σωστή νταρντάνα με στρογγυλό πρόσωπο και κοντό μαλλί, πιασμένο κότσο. Λόγω του οτι ήθελε να έρθει πιο κοντά στα μέλη της οικογένειάς της για να δει καλύτερα, έκανε κάποια βήματα μπροστά, σκουντώντας άθελά της τον πατέρα της. Αυτό στάθηκε η αφορμή για να έρθει ο άνθρωπος στα συγκαλά του και να συνειδητοποιήσει την κατάσταση. Και όντως συνήλθε.

Χωρίς να χάνει άλλο χρόνο, γονάτισε δίπλα στο σώμα του γιου του και παραμερίζοντας βίαια τα χέρια της γυναίκας του, βάλθηκε να του βρει σφυγμό' δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε να ελέγξει αν ο γιος του αναπνέει ή αν κινείται το στήθος του. Πάλι τίποτα. Ελπίζοντας πως οι τρόποι του ήταν χοντροκομμένοι και οι προσπάθειες άκαρπες από την ταραχή, βάλθηκε να σκεφτεί λογικά μ' ότι ορθό του απέμεινε στο νου και να κάνει κάτι πραγματικά σωστό, όσο δύσκολο κι αν ήταν. Και μάλλον τα κατάφερε.

-Ρόη, πάρε το 166. Τώρα, τρέχα!

Η νταρντανίτσα χάθηκε στη στιγμή κι έτρεξε να τηλεφωνήσει. Ήταν η αδελφή του "μαρμαρωμένου". Μετά από λίγο, όταν επέστρεψε για να πει στους γονείς της ότι το ασθενοφόρο κατέφθανε όπου να ναι, τους βρήκε αγκαλιασμένους, μονοιασμένους πάνω απ' το κορμί του αδελφού της. Και παραξενεύτηκε.

-Δε θα τον πάμε μέσα; Εδώ θα περιμένουμε;

Οι γονείς της γύρισαν να την κοιτάξουν σαν υπνωτισμένοι, αλλά γρήγορα κατάλαβαν τι έκαναν. Το να ακούς λίγα φωτισμένα λόγια τη στιγμή που εσύ νομίζεις ότι όλα τελείωσαν δεν είναι και λίγο. Συνειδητοποιείς την κατάσταση εκεί που νιώθεις ότι τα χάνεις.

-Μπες μέσα. Μπες μέσα τώρα!

Ήταν η φωνή της μάνας που χωρίς δεύτερη κουβέντα πρόσταζε τώρα την κόρη της να μπει μέσα στο σπίτι. Ύστερα, χωρίς να χάσει καιρό, προσπάθησε να σηκώσει το γιο της με τη βοήθεια του άντρα της. Σε τέτοιες καταστάσεις καταλαβαίνεις πότε πρέπει να κάνεις εσύ τι δουλειά και πότε όχι; Μια η απάντηση. Η δύστυχη μάνα προσπάθησε να βάλει το γιο της μέσα στο σπίτι, ενώ ο άντρας της ακολουθούσε υποβαστάζοντας.

Μόλις το μετακίνησαν, το κορμί εκείνο θαρρείς ξεμαρμάρωσε, απέκτησε λίγη περισσότερη ζωή, η οποία φυσικά χάθηκε με το κλείσιμο της πόρτας. Και μετά σιωπή.

Λίγοι είχαν ακούσει ή δει το περιστατικό αυτό: μια γριά γειτόνισσα που μέχρι τα ξημερώματα καθόταν στο χαμηλό της μπαλκονάκι πίνοντας βότκα και βρίζοντας στα ρώσικα, ένας περιπτεράς που εκείνη την ώρα περνούσε τυχαία από κει, αλλά οι άνθρωποι αυτοί του ήταν ξένοι και ντράπηκε να πάει να ρωτήσει τι έγινε μιας κι οι ίδιοι έμοιαζαν να μην ήξεραν. Και τέλος, μια μαύρη γάτα απ' τον απέναντι κάδο που εκείνη την ώρα έβγαζε λίγο φαΐ απ' τα σκουπίδια.

Το "μαρμαρωμένο" παιδί όμως ήταν αδύνατον να βρέθηκε εκεί από μόνο του, πόσο μάλλον τυχαία, όταν οι άνθρωποι του το αναγνώρισαν έτσι στα χάλια του όπως ήταν. Κανείς, ούτε καν η Ρωσίδα γραία δεν είχε δει ένα μεγαλόσωμο πράγμα, το οποίο μόλις άφησε το "μαρμαρωμένο" κοντά στην πόρτα του σπιτιού, χάθηκε απέναντι πίσω από τον κάδο σκουπιδιών, χωρίς να το πάρουν χαμπάρι. Κι έτσι, κανείς δε διέκρινε δυο πράσινα, γατίσια μάτια να παρακολουθούν το όλο συμβάν με πολύ αγωνία, ώσπου σιγουρεύτηκαν ότι το παιδί ήταν με την οικογένεια του μέσα στο σπίτι. Μετά απ' αυτό, μια κλωτσιά τράνταξε τον κάδο τόσο δυνατά που η γάτα δίπλα έβγαλε μια κραυγή και μόνο τότε η γριά στο μπαλκονάκι μπόρεσε να διακρίνει μια μεγαλόσωμη φιγούρα να τρέχει σαν κυνηγημένη και να χάνεται στο σκοτάδι του επόμενου στενού.

1 σχόλιο:

  1. Κουτσούκι μου σε ευχαριστώ πολύ πολύ για τις ευχές και σου εύχομαι και εγώ μέσα από την καρδιά μου κάθε ευχή και όνειρο που έχεις κάνει να βρούν το δρόμο τους για τη ζωή σου!!!! Καλά Χριστούγεννα!!!!:)))

    ΑπάντησηΔιαγραφή