Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Blue Circle: The myth (3ο μέρος)

Ο μεγαλόσωμος νεαρός με το γατίσιο βλέμμα βάδιζε στους διαδρόμους του νοσοκομείου με βήμα βιαστικό. Δε τον ένοιαζε αν θα παρέσερνε στο διαβά του ολόκληρο το προσωπικό, τους ασθενείς και τους συγγενείς τους μαζί, ούτε ζητούσε συγγνώμη όταν τύχαινε να σκουντά ή να σπρώχνει κανέναν παππού ή καμιά γιαγιά. Ίσως ήταν πολύ απορροφημένος στις σκέψεις του. Ίσως και να μην ήθελε να ζητήσει συγγνώμη, να το θεωρούσε περιττό. Όπως και να 'χε, λίγα πράγματα θα τον έκαναν να επιβραδύνει το βήμα του ή να σταματήσει κι ένα απ' αυτά βρισκόταν τώρα μπροστά του, στην έξοδο του νοσοκομείου.


-Μπα; Τελείωσε η κουβεντούλα σας;


Η φωνή της μικρής νταρντάνας ακούστηκε ιδιαίτερα ειρωνική. Ο νεαρός της απάντησε λίγο πριν βγει έξω απ' το νοσοκομείο.


-Μπα; Μιλάς και σ' αυτούς που αποκαλείς ρεμάλια;


Η κοπέλα βγήκε έξω ακολουθόντας τον.


-Εσύ είπες οτι αυτό το ρεμάλι ήταν πρώην φίλος μου!

-Μπα, όχι.


Κι ενώ προσπέρασε την κοπέλα, ξαναγύρισε ευθύς προς το μέρος της.


-Ή μάλλον ήμουν φίλος σου πριν κανα χρόνο, όταν η φιλενάδα σου μου ζητούσε...ξέρεις τι.

-Δεν ήταν φιλενάδα μου η Νίνα...έτυχε να κάνουμε παρέα εκείνη την περίοδο!

-Μπα;

-Μπου!


Το παλικάρι απάντησε με ψυχραιμία.


-Δε με νοιάζει τι ήταν. Τότε μια χαρά μου μιλούσες όμως.

-Τότε δεν ήξερα οτι ο Βαγγελάκης ή αλλιώς ο "μύθος" του σχολείου έδινε ναρκωτικά στον αδελφό μου!


Η συζήτηση των δυο μεγαλόσωμων εκπροσώπων των δυο φύλων έπαιρνε νέα τροπή κι ο Βαγγέλης σίγουρα θα είχε γυρίσει να χαστουκίσει τη Ρόη ή να της πει να το βουλώσει εαν δεν είχαν συνεχίσει να περπατούν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Έτσι, τώρα είχαν φτάσει αρκετά πιο πέρα απ' το κτίριο και ήταν μόνοι τους, χωρίς κανέναν που να μπορεί ν' ακούσει.


-Πρώτον, δε δίνω ποτέ πράγμα εγώ. Μόνο προμηθεύω και ποτέ χωρίς να παίρνω χρήματα. ΠΟΥ-ΛΑ-Ω με λίγα λόγια. Δεύτερον, πριν κανα εξάμηνο ήρθε ο αδελφός σου σε μένα κι ο ίδιος μου ζήτησε να τον προμηθεύσω με κάτι καλό. Τρίτον, αυτά που πουλάω σε δεκαεφτάχρονα μυξιάρικα δεν είναι καν ναρκωτικά και τέταρτον...μιας και μιλάμε για φιλίες, ο βλάκας ο αδελφός σου πήγε κι έδωσε τόσα λεφτά για μια δόση και με καψε! Μόνος του πήρε τα ναρκωτικά του, δε του τα δωσα εγώ και δε θα του τα δινα! Αυτός όμως απ' την άλλη, μ' έκαψε τώρα! Για μια δόση! Φίλος να σου πετύχει!

-Τι λες;

-Άστο, είσαι μικρή εσύ. Πόσο είσαι; Δεκατεσσάρων; Δεκαπέντε; Τι να καταλάβεις; Εσένα σε δικαιολογώ, γιατί δε φταις, το βλάκα τον αδελφός σου όμως...Α και μια συμβουλή! Άλλη φορά να μιλάς καλύτερα στους άλλους, αν δε θες να φας μπουκέτα. Άντε γειά!



Όση ώρα τον άκουγε, η Ρόη ένιωθε σαν να της απήγγελναν κανένα κινέζικο ποίημα. Ήξερε οτι τους τελευταίους μήνες ο αδελφός της είχε πολλά πάρε δώσε με έναν απ' τους πιο περίεργους μαθητές του σχολείου, το οποίο εκτός απ' το οτι είχε "μείνει" κάποιες χρονιές, πούλαγε στα παιδιά, αλλά και σε άλλους συνομιλίκους του που "έμειναν" υποτιθέμενα "ελαφρυά" ναρκωτικά. Πως όμως, βρέθηκε ο αδελφός της σχεδόν πεθαμένος στην εξώπορτα του σπιτιού τους με κοκαίνη και ηρωίνη στο αίμα του, δεν ήξερε. Ούτε καταλάβαινε αυτά που της έλεγε τώρα το μεγαλόσωμο παλικάρι. Και μεσ' τη λύπη, τη στενοχώρια, αλλά και την αίσθηση της άγνοιας, την έπιασαν τα κλάματα.



Τόσες μέρες τόσα δάκρυα δεν είχε ξαναβγάλει. Ίσως δεν ήθελε να κάνει τους γονείς της χειρότερα. Ή ίσως ήταν μικρή για να συνειδητοποιεί πλήρως τα πράγματα. Πάντως δεν άντεχε άλλο και μόλις τον είδε να απομακρύνεται, έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπο και ξέσπασε...



Λόγω των λυγμών και των θολωμένων απ' το κλάμα ματιών της, δεν είδε, ούτε άκουσε κανέναν να την πλησιάζει. Έτσι, τρόμαξε, όταν ξαφνικά ένιωσε κάποιον να της σκουπίζει τα δάκρυα απ' τα μάγουλα με το χέρι του. Κι όταν πια κι η ίδια σκούπισε με το μανίκι τα μάτια της, σάστισε όταν είδε το Βαγγέλη να την κοιτά με ένα ήρεμο και συμπονετικό βλέμμα. Κι έπειτα να την αγκαλιάζει.



Ήταν πραγματικά ζεστή και φιλόξενη η αγκαλιά του, παρά τη λερωμένη μπλούζα που φορούσε μεσ' απ' το κατασκονισμένο μπουφαν του. Το πιο συγκινητικό για τη νταρντανίτσα όμως, το οποίο και την έκανε να αφεθεί πιο εύκολα, ήταν το όλο συμπόνια και ενδιαφέρον βλέμμα του Βαγγέλη που είχε χάσει κάθε γατίσια και γοητευτική ομορφιά και πλεον θύμιζε κάτι απο αγγελική αθωότητα. Στο τέλος, όταν η Ρόη σταμάτησε τελείως το κλάμα, το αγόρι την άφησε και βάζοντας το χέρι του στον ώμο, της είπε με αμήχανο ύφος:



-Έλα τώρα...μη κλαις! Εγώ έφυγα με τον αδελφό σου εκείνο το βράδυ κι εγώ σας τον έφερα πίσω. Ναι, μη με κοιτάζεις έτσι...εγώ τον άφησα εκεί.

-Το ξέρω...μου είχε πει ο Θάνος οτι θα έβγαινε μαζί σου....



Και συνέχισε.



-Πήγατε κάπου για να του δώσεις...ναρκωτικά;

-Αυτά που του έδινα εγώ δεν ήταν ναρκωτικά!

-Το μαύρο και το χόρτο δεν είναι;

-Όχι.

-Δεν είναι;;!


Τώρα η Ρόη φαινόταν ενοχλημένη, σχεδόν θυμωμένη.



-Και καλά σε πιστεύω. Πώς βρέθηκε τέτοια ποσότητα κοκαίνης και ηρωίνης στο αίμα του Θάνου; Απ' αυτά παραλίγο....παραλίγο να πάει.

-Είναι ο συνδιασμός τέτοιος. Πρέπει να πήρε και υπερβολική δόση... Όπως και να χει, θέλω να ξέρεις οτι τον είχα προειδοποιήσει. Όσο καιρό γνωρίζω το Θάνο, πιστεύω οτι είναι καλό παιδί... Και στην τελική, δε θα του δινα κάτι να τον σκοτώσει!

-Βασικά, γιατί του έδινες δε μπορώ να καταλάβω...

-Εκείνος με πλησίασε. Δε τον προσέχατε....δεν ήταν καλά. Ένιωθε άσχημα.

-Αυτό δεν είναι δικαιολογία για να παίρνεις τέτοια πράγματα.

-Εμένα μου λες; Δεν είναι λίγοι όμως σαν αυτόν.



Η Ρόη δε συνέχισε αμέσως τη συζήτηση. Σαν κάτι να στριφογύριζε στο μυαλό της.


-Κι εσύ σαν αυτούς είσαι;

-Γιατί ρωτάς;

-Για να μάθω...γιατί παίρνεις κι εσύ τέτοια πράγματα;

-Ασχολούμαι μ' όλους αυτούς τους ψυχάκηδες, ακούω τον πόνο τους, τους δίνω το πράγμα, τους δίνω και καμιά συμβουλή, να μη παίρνω και γω λίγο;!



Το βλέμμα του Βαγγέλη έγινε πάλι γατίσιο, πονηρό και παιχνιδιάρικο. Στα χείλη του σχηματιζόταν ένα πικρό χαμόγελο που η μικρή νταρντάνα δε διέκρινε. Έτσι συνέχισε να τον πρήζει.


-Τελικά, πες μου ένα πράγμα. Εσύ γιατί παίρνεις; Τι τα έχεις ανάγκη; Για να χαλαρώνεις; Για να νιώθεις καλύτερα; Για να θολώνεις το μυαλό σου;



Ο νεαρός στα λόγια της μικρής απήυδυσε, αλλά στην προσπάθεια να μην της πει κάτι άσχημο, απάντησε σοβαρά.



-Έχω συνηθίσει τη γεύση της πίκρας...και πλέον μ' αρέσει. Κακό είναι;



Η κοπέλα δεν καταλάβαινε τίποτα. Έψαχνε μιαν άλλη απάντηση στην απάντηση που πήρε.



-Δε συνεννοούμαι μαζί σου!

-Καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς έφευγα. Είπες πως πήγαινες να βρεις τους δικούς σου πριν.

-Δεν πήγα να τους βρω. Δεν είναι εδώ. Αν τους ειδοποιήσω, θα πέσουν όλοι πάνω σου, θα σε λυτζάρουν. Θα βρεις μεγάλο μπελά.

-Πάλι καλά που το καταλαβαίνεις εσύ, γιατί ο big brother δε χαμπαριάζει...

-Κάτσε να γίνει καλύτερα...

-Αυτό που θελω απο σένα είναι να τον προσέχεις πολύ. Είναι ο μόνος σου αδελφός. Πρέπει να στε αγαπημένοι. Ρώτα τον γιατί έπαιρνε ό,τι έπαιρνε. Έχει ανάγκη απο τη θαλπωρή της οικογένειας. Νιώθει οτι χάνεται. Αυτό κατάλαβα εγώ.



Η Ρόη δεν απάντησε, μόνο κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και χαμήλωσε το βλέμμα. Κι εκεί που ο νέος πήγαινε να φύγει, θέλησε να του κάνει την τελευταία της ερώτηση:



-Ε! Κάτι τελευταίο! Γιατί όταν παίρνουν τηλέφωνο σπίτι σας απ' το σχολείο κι απ' το σπίτι μου, τη μια δεν απαντάτε και την άλλη λένε οτι ο μπαμπάς σου και συ δεν είστε εκεί;



-Έχω πολύ καλό τηλεφωνητή. Άντε γειά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου