Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Blue Circle:The myth (4o μέρος)

Το μικρό κοριτσάκι καθόταν ήρεμα ήρεμα στο σαλόνι και ζωγράφιζε κάτι χαρούμενο στο μεγάλο του μπλογκ ζωγραφικής. Αν και η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, η χαμηλή της ένταση συνέβαλε στο ν' ακούσει το μικρό κάποιους παράξενους θορύβους που έρχονταν απο την αυλή της μονοκατοικίας. Όταν οι θόρυβοι έγιναν πιο δυνατοί, η μικρή σηκώθηκε απο τον καναπέ και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα όπου υπήρχε και η πόρτα για την πίσω αυλή. Κάτι περίμενε. Αμέσως μετά, οι ήχοι έγιναν βήματα και η μικρή κατάλαβε οτι κάποιος είχε μπει μέσα στην αυλή και τώρα πλησίαζε την πόρτα. Συνέχισε να περιμένει. Λίγο αργότερα άκουσε:


-Ελένη!! Άνοιξε!


Τότε το παιδάκι, αφού πήρε ένα κλειδί που υπήρχε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, το έβαλε στην κλειδαριά της πόρτας και το γύρισε. Αμέσως μόλις άνοιξε η πόρτα, το δωμάτιο θαρρείς σκοτείνιασε και το κοριτσάκι σήκωσε ψηλά το κεφάλι του για ν' αντικρίσει το πρόσωπο ενός παλικαριού με σκοτεινά μάτια. Παρά το μπόι του αγοριού, το παιδί δε τον φοβήθηκε καθόλου. Ίσα ίσα που ήξερε οτι εκείνο και το παλικάρι είχαν τα ίδια ακριβώς μάτια με το γατίσιο σχήμα και τις μακριές βλεφαρίδες. Μόνο που τα ματάκια του κοριτσιού είχαν καστανό χρώμα. Και μέσα τους υπήρχε αθωότητα.


-Κλείσε, κλείσε γρήγορα την πόρτα!


Το μικρό υπάκουσε. όχι απο φόβο. Απλά υπάκουσε.


-Μπράβο, ρε Λένη!


Το μικρό χαμογέλασε που το επιβράβευσαν.


-Πήρε κανείς τηλέφωνο;

-Ουυυυ!

-Πάλι;

-Ναι.

-Τώρα που ήσουν εσύ σπίτι ή το πρωί που ήταν ο μπαμπάς;

-Δεν ξέρω για το πρωί...εμένα τώρα με πήραν δυο φορές...

-Εμένα ήθελαν;

-Μιά εσένα και μιά το μπαμπά.

-Τι τους είπες;

-Λάθος τηλέφωνο!

-Και τις δυο φορές;

-Ναι. Ήταν και ο ίδιος άνθρωπος νομίζω....ρώταγε αν εσύ ή ο μπαμπάς ήσασταν σπίτι.

-Λες να πήραν και το πρωί;

-Ο μπαμπάς δεν είπε τίποτα πριν φύγει. Άρα...μάλλον δε τον πήραν...

-Λες;


Το μικρό κούνησε το κεφαλάκι του πάνω κάτω.


-Ήρθε κανένας εδώ; Χτύπησε το κουδούνι;

-Τσου!


Ο νεαρός έμεινε για λίγο σκεφτικός. Μετά απο λίγο, προσώρησε προς το υπόλοιπο σπίτι.


-Μη!!!


Η φωνή του κοριτσιού ακούστηκε τσιριχτή σα να το τσίμπησε μέλισσα. Ο νεαρός κατατρόμαξε και γύρισε αμέσως να κοιτάξει απορημένος.


-Τι;;

-Τα πατώματα! Είναι καθαρά! Χθες τα πλυνε η γιαγιά! Βγάλε τα παπούτσια!


Ο νεαρός στο άκουσμα των λέξεων αυτών, έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια του ανακουφισμένος. Έπειτα, ανοίγοντάς τα αστραπιαία, σήκωσε το χέρι του βίαια κι έκανε να βαρέσει το κοριτσάκι. Δε το βάρεσε όμως. Αντί γι' αυτό, χτύπησε δυνατά με το χέρι του ένα ντουλάπι που βρισκόταν κοντά του εκείνη τη στιγμή. Το μικρό στην πρώτη ενέργεια σήκωσε μηχανικά το χεράκι του για ν' αμυνθεί, μήπως ο αδελφός της εννοούσε να τη χτυπήσει. Στη δεύτερη ενέργεια όμως ήταν που τινάχτηκε. Το πρόσεξε ο νεαρός αυτό, αφού το κοριτσάκι ήταν έτοιμο να κλάψει, όχι απο έκπληξη και φόβο, αλλά απο τη βία που έβλεπε. Ο πρώτος λυγμός θα έφτανε όπου να ναι.


-Έλα, έλα! Σουτ! Μην κλάψεις! Τι σου έχω πει; Δε θα κλαις! Όχι, δε θα κλαις! Μη τυχόν σε δω να κλαις!! Γιατί κλαις;;!

-Γιατί βάρεσες το ντουλάπι!

-Το ντουλάπι βάρεσα, δε βάρεσα εσένα!

-Κι αυτό πονάει όμως!

-Αλήθεια;

-Αχα!

-Πονάει; Ει, εσύ εκεί; Ντουλάπι; Πονάς; Και δε μου το λες τόσο καιρό που που σε βαράω;! Καλά, καλά! Αφού δε μου μιλάς, δε σε ξαναβαράω άλλο! Τ' ακούς; Τ' ακούς και συ μικρή;


Το κοριτσάκι κούνησε το κεφαλάκι του καταφατικά, καθώς μερικά δάκρυα κύλησαν απ' τα μάτια του. Παρόλ' αυτά χαμογελούσε. Κι αυτό ήθελε να πετύχει ο αδελφός της "συνομιλώντας" τάχα με το ντουλάπι.

Μα και η μικρή δεν ήταν χαζή. Ήξερε πολύ καλά πως τα ντουλάπια δεν είναι έμψυχα και δεν έχουν ζωή, επομένως ήξερε πως το ντουλάπι δεν πονούσε απο τα χτυπήματα του αδελφού της. Ωστόσο προσποιήθηκε καλά οτι το λυπόταν. Κι ο αδελφός της δεν ξεσκέπασε το παιχνίδι της. Αντίθετα έπαιξε κι εκείνος το ρόλο του για να πετύχει ένα σκοπό. Να την κάνει να γελάσει. Ή έστω να μην κλάψει. Λόγω της οικογενειακής τους κατάστασης, της διαφοράς ηλικίας και φύλου, αλλά και λόγω του ιδιαίτερα διαμορφωμένου χαρακτήρα του Βαγγέλη, ήταν πολύ δύσκολο το να υπάρχει επικοινωνία και επαφή μεταξύ των δύο αδελφών. Και σίγουρα αυτό γινόταν κατανοητό απο την πλευρά του Βαγγέλη, ο οποίος τις μόνες "γέφυρες" που μπορούσε να χτίσει με την αδελφή του ήταν το γέλιο και η υπερπροστασία. Κι αυτά τα δυο πήγαζαν απο αδελφική αγάπη σίγουρα, όπως και τόσα άλλα όπως η αυστηρότητα και η ελάχιστη φροντίδα που μπορούσε να της παρέχει, κυρίως με το να ασχολήται μαζί της. Ήταν αρκετά ώριμος και έξυπνος για να τα κατανοεί όλ' αυτά. Τα άλλα συναισθήματα του, όπως ο θυμός, ο εκνευρισμός και η βίαιη συμπεριφορά που συχνά εκδήλωνε, δεν ήταν τίποτ' άλλο παρα πληγές του δικού του "εγώ". Κι αυτό το καταλάβαινε ο Βαγγέλης κι ας μην τον ενδιέφερε ποτέ η ψυχανάλυση. Απλά το ήξερε. Και πίστευε οτι για όλ' αυτά δε θα έπρεπε να ξεσπάει στην αδελφή του. Ίσα ίσα που ήξερε οτι θα πρεπε να φέρεται καλύτερα στο πιτσιρίκι και ν' αποτελεί παράδειγμα γι' αυτό, καθώς δεν υπήρχε άλλο πρότυπο στην οικογένεια, πόσο μάλλον γυναικείο....

Η Ελένη ήταν τριών όταν πέθανε η μητέρα τους. Ο Βαγγέλης κόντευε τα δεκαπέντε και άρα ήταν πολύ μεγάλος για να καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του, ν' αντιμετωπίζει τις δυσκολίες, να πονά. Μια μαμά είχε, μια μαμά έχασε και ο κόσμος του ήρθε τούμπα. Ο πατέρας του ως χήρος, δεν είχε παρά να δουλεύει για τα παιδιά του, αλλά και για τον ίδιο. Με τη δουλειά ξεχνιέσαι εύκολα. Παραμελείς τον εαυτό σου. Παραμελείς και όσους κοντινούς σχετίζονται με σένα, με ό,τι σου θυμίζει την πραγματικότητα. Έτσι, μετά απο λίγο, φτάνεις σε μια κατάσταση που ούτε καν εσύ αντιλαμβάνεσαι, στην οποία το μόνο που κάνεις είναι να δουλεύεις και να κοιμάσαι. Αυτό έκανε και ο πατέρας του Βαγγέλη μόλις χήρεψε. Δούλευε σε μια σταθερή δουλειά απο παλιά. Ο μισθός ίσα που τους έφτανε. Αργότερα έπιασε κι άλλη δουλειά, πότε πότε τον φώναζαν και για μια τρίτη. Δουλειές του χαρτζιλικιού οι άλλες δουλειές, είχε όμως κάτι ν' απασχολήται. Για να τα βγάζουν πέρα τάχα. Για να μη λείψει τίποτα στα παιδιά, όπως έλεγε. Κι όμως, αυτό που πραγματικά έλειπε στα παιδιά του ήταν ένας γονιός κοντά τους, δίπλα τους, ο μοναδικός που τους είχε απομείνει εν ζωή. Τα παιδιά βέβαια, είχαν ανάγκη απο διαφορετικά πράγματα. Το μικρότερο ήθελε προσοχή και φροντίδα, ο έφηβος δε που σιγά σιγά γινόταν άντρας ήθελε ψυχολογική στήριξη και καθοδήγηση, ένα πρότυπο για το πως θα πορευθεί στο μέλλον. Ο πατέρας τους όμως τα έβλεπε μόνο το μεσημέρι πριν φύγει για δουλειά ή αργά το βράδυ όταν γύριζε, αν γύριζε δηλαδή και δεν πήγαινε στις άλλες δουλειές. Και μετά ύπνος.

Η μόνη βοήθεια που δέχονταν οι άνθρωποι αυτοί ήταν η βοήθεια του παππού και της γιαγιάς που έμεναν και κοντά. Οι υπόλοιποι συγγενείς έδωσαν όσα μπορούσαν στην αρχή κι αργότερα άφησαν τα πάντα στον χήρο και τις δουλειές του. Το σπίτι σιγυριζόταν απο τη γιαγιά ή το Βαγγέλη καμιά φορά που βοηθούσε στα του σπιτιού. Τα φροντιστήριά του τα σταμάτησε. Όπως και τις σχέσεις του με το σχολείο. Δε τον πίεσαν να βρει δουλειά, ούτε να πάρει κανένα απολυτήριο. Όλως περιέργως, είτε ζήταγε χρήματα απο τον πατέρα του, είτε όχι, οι τσέπες του ήταν πάντα γεμάτες. Ακόμη κι αν είχε μια δουλειά και δεν το ήξεραν, η συγκεκριμένη τους βόλευε πάρα πολύ! Πάντα είχαν με ποιόν ν' αφήσουν την Ελένη...Κι εκείνος κανόνιζε τις "βάρδιες" με τον πατέρα. Έτσι, συνήθως έφευγε απ' το σπίτι μετά τα μεσάνυχτα κι επέστρεφε πιο αργά στο σπίτι. Μεγάλο αγόρι ήταν , είχε αυτό το δικαίωμα, σωστά; σκέφτονταν.... Κι ήταν καλό παιδί. Ποτέ δεν παραπονιόταν για τίποτα, έλεγαν.... Κι αυτό γιατί πιο πολύ λυπόταν το Λενάκι που δεν είχε μαμά...

Ο νεαρός είχε βγάλει ήδη τα παπούτσια του και περιφερόταν σ' όλο το σπίτι χωρίς λόγο, απλά ίσως για να δει οτι όλα ήταν εντάξει. Το πιτσιρίκι είχε καθίσει προ πολλού στο σαλόνι και τελείωνε εκείνη τη χαρούμενη ζωγραφιά που έκανε και πριν. Σε λίγο ήρθε κι ο νεαρός στο ίδιο δωμάτιο. Έριξε μια ερευνητική ματιά τριγύρω. Καθαρά, αλλά όλα ακατάστατα. Μετά γύρισε προς τη μικρή.


-Γιατί είναι έτσι όλ' αυτά;


Το μικρό χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του απάντησε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που του έκαναν τέτοιου είδους παρατήρηση.



-Έτσι ήταν όταν ήρθα.

-Κάτσε σιγύρισέ τα μια γρήγορη! Είσαι μεγάλη πια, εννιά χρονών κοντεύεις γαμώτο! Μάζευε έστω τα πραγματά σου!

-Βλέπεις πουθενά τα πραγματά μου; Τα δικά μου πράγματα;;



Ο νεαρός έριξε άλλη μια ματιά τριγύρω. Τίποτα δεν υπήρχε εκεί που ν' ανήκει στη μικρή. Ούτε τσάντες, ούτε τετράδια, ούτε παιχνίδια, ούτε κανένα πιάτο....πιάτο;



-Δεν έχεις μαζέψει τίποτα απο δω;

-Όχι σου είπα!

-Και πού είναι το πιάτο σου; Στην κουζίνα;



Το μικρό γούρλωσε τα μάτια και κοίταξε τον αδελφό του. Ο νεαρός άρχισε να ξεφυσά και να εκνευρίζεται.


-Ποιό πιάτο;

-Του φαγητού, ρε συ Ελένη! Του φαγητού! Δεν έφαγες τώρα που ήρθες;

-Όχι!

-Γιατί; Δε σου έφτιαξε τίποτα ο μπαμπάς;



Το μικρό φάνηκε σκεφτικό. Κοίταξε μια φορά τη ζωγραφιά και κι έπειτα πάλι τον αδελφό της.



-Με έφερε σπίτι απ' το σχολείο, αλλά έφυγε αμέσως για τη δουλειά. Πήγε πιο νωρίς...κάτι τέτοιο.

-Έφυγε χωρίς να σε ταΐσει; Και είσαι τόση ώρα μόνη σου εδώ;

-Ο μπαμπάς είπε οτι θα 'ρθεις εσύ όπου να ναι. Και οτι έχεις κλειδιά. Θ' ανοίξεις μόνος σου. Γιατί ήρθες πάλι απο την αυλή;



Ο νεαρός δεν απάντησε. Ήταν προβληματισμένος. Το παιδί ήταν νηστικό και μόνο του στο σπίτι τουλάχιστον μια ώρα. Ο πατέρας είχε να φάει πολύ μπινελίκι, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.



-Ακούς εκεί να μη σε ταΐσει! Φεύγει έτσι κουκουρούκου χωρίς να περιμένει να γυρίσω; !



Το μικρό γέλασε με το λεξιλόγιο του αδελφού της. Για το Βαγγέλη αυτό ήταν σαν να κατεβαίνει άγγελος απ' τον ουρανό και να τον αγκαλιάζει. Τα νεύρα του όμως ήταν ακόμη τσιτωμένα.



-Άλλη φορά να του λες να μη φεύγει! Ό,τι γαμημένη δουλειά και να 'χει, θα κάθεται μαζί σου! Τι μα... Μα, δεν αργώ ποτέ απ' το καθιερωμένο!



Η Ελένη τον κοίταζε με ανοιχτό το στόμα. Ο αδελφός της έλεγε κακές λέξεις.



-Βαγγέλη!

-Σκασμός!

-Μη βρίζεις!

-Θα βρίζω!

-Ε, θα βρίζω κι εγώ τότε!

-Όταν μεγαλώσεις, όχι τώρα!


Σιωπή.



-Άντε, έλα να σου φτιάξω τίποτα να φας. Το φαγητό της γιαγιάς τελείωσε;

-Ναι!

-Να σου τηγανίσω αυγά;

-Έφαγα τηγανητά αυγά!

-Πότε;

-Προχθές! Ο μπαμπάς μου φτιαξε!

-Έλα να σου φτιάξω και σήμερα. Θα τα κάνω πιο νόστιμα εγώ.

-Όχι! Συνέχεια τα ίδια τρώω! Αμάν!

-Καλά...να σου φτιάξω μακαρόνια;

-Έχω φάει μακαρόνια!

-Πότε;

-Μια άλλη μέρα! Συνέχεια μακαρόνια κι αυγά θα τρώω;

-Σκασμός ρε που μόνο αυτά τρως! Χθες έφαγες φαΐ απ' τη γιαγιά!

-Μακαρόνια με κρέας κι αυτό!



Ο νεαρός φάνηκε σκεφτικός...καταλάβαινε το μήνυμα του παιδιού και προσπαθούσε να συγκρατήσει τον εκνευρισμό του.



-Θα σου φτιάξω εγώ τώρα μακαρόνια με τυράκι τριμμένο και θα σου φέρω αύριο φαΐ απ' τη γιαγιά. Εντάξει;



Το μικρό φάνηκε επίσης σκεφτικό.



-Βρε Λένη, θες να φας ναι ή ου; Έλα να φτιάξω τίποτα να φάμε μαζί γιατί πεινάω κι εγώ. Δε θες;

-Ναι!

-Ε, πάμε τότε.



Και πήγαν προς την κουζίνα.

1 σχόλιο: