Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Blue Circle: The myth (2ο μέρος)

"Speedballing (εναλλακτικά γνωστό ως snowballing ή powerballing) Είναι ένας όρος που συνήθως αναφέρεται στην ενδοφλέβια χρήση ηρωίνης ή μορφίνης και κοκαΐνης μαζί στην ίδια σύριγγα. Ο συνδυασμός είναι επίσης γνωστός ως moonrocks όταν καπνίζεται. Ουσιαστικά, είναι μια δυνητικά θανατηφόρος επινόηση: η κοκαΐνη ενεργεί ως τονωτικό και αυξάνει τους καρδιακούς παλμούς. Τα αποτελέσματά της «φεύγουν» πιο γρήγορα από αυτά της ηρωίνης ή μορφίνης, η οποία με τη σειρά της μειώνει τους καρδιακούς παλμούς, δημιουργώντας τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από την κοκαΐνη. Ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί μια καθυστερημένη "υπερδοσολογία"(τεχνικά, σοβαρή αναπνευστική καταστολή)"




Η νεαρή νταρντάνα στεκόταν μπροστά απ' την πόρτα του δωματίου όπου νοσηλευόταν ο αδελφός της. Ήταν τρεις μέρες που είχε διαφύγει τον κίνδυνο, αλλά έπρεπε να είναι ακόμα υπο παρακολούθηση για να του δώσουν εξιτήριο. Η αδυναμία του ήταν εμφανής μιας κι εκείνος κοιμόταν σχεδόν όλη την ώρα. Και τώρα κοιμόταν βέβαια, αλλά όχι για πολύ. Ξάφνου, το πρόσωπο της κοπέλας φούσκωσε απο θυμό κι αμέσως έβαλε τα χέρια της μπροστά στην πόρτα για να μην αφήσει κάποιον να περάσει μέσα στο δωμάτιο.


-Δε σ' αφήνω να περάσεις! Όχι, να μην έρθεις! Να φύγεις! Φύγε σου λέω!!


Η αντίσταση της δεν κράτησε. Κάποιος πιο μεγαλόσωμος και δυνατός απο κείνη εισέβαλε τώρα στο δωμάτιο κάνοντας την κοπέλα να πισωπατήσει αρκετά. Μια παιχνιδιάρικη, σχεδόν παιδική φωνή ακούστηκε ν' απαντάει στα επαναλαμβανόμενα παράπονα της:



-Πρέπει να τον δω! Μόνο αυτός μπορεί να με διώξει κι όχι εσύ!

-Μα....

-Μαμούνια! Ακούς τι σου λέω; (και χαμηλώνοντας τη φωνή) Α, κοιμάται; Δε το είχα δει, σόρρυ. Απλά πρέπει να του μιλήσω! Για πόσο θα κοιμάται;

-Με σένα που να κοιμηθεί άνθρωπος....;



Ο ασθενής είχε ξυπνήσει και κοίταζε τώρα τον επισκέπτη του. Τα μάτια του μικρά και θολά , σε αντίθεση με του επισκέπτη του που το καστανοπράσινο χρώμα και όμορφο σχήμα τους έδιναν ένα γατίσιο και πονηρό βλέμμα.



-Είσαι καλά;

-Καλά...ζωντανός για την ώρα. Εσύ...;

-Να σου πω, Θάνο, εγώ βγαίνω έξω. Πάω να δω αν έρχεται η μαμά κι ο μπαμπάς. Πες σ' αυτό το ρεμάλι να 'χει ξεκουμπιστεί μέχρι τότε!


Η κοπέλα δεν κρατήθηκε. Το ίδιο και ο επισκέπτης.


-Αυτό το ρεμάλι έχει όνομα.

-Α, ναι; Δε το ξέρω.

-Ξεχνάς και τα ονόματα παλιών σου φίλων;

- Όταν βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή του αδελφού μου, ναι!


Ο μεγαλόσωμος επισκέπτης ταράχτηκε, τα μάτια του πήραν φωτιά και θαρρούσες πως οι γροθιές του σφίχτηκαν έτοιμες να χτυπήσουν την κοπέλα. Πάλι καλά, ο τύπος συγκρατήθηκε και η νταρντανίτσα δε το συνέχισε. Βγήκε ήσυχα ήσυχα έξω.


-Θα την είχα βαρέσει την αδελφή σου, μα το Θεό! Δε ξέρει να μιλάει σ' άνθρωπο! Και να σκεφτείς παλιά με ήξερε!

-Έλα ρε...ανυσηχεί πολύ για μένα...ήξερε οτι θα βγαινα μαζί σου εκείνο το βράδυ, της το είχα πει. Παραλίγο να βλεπα τα ραδίκια ανάποδα. Ήμουν σαν πεθαμένος, λέει, όταν με βρήκαν στο δρόμο.

-Έξω απ' το σπίτι σου σε βρήκαν, όχι στο δρόμο.

-Εσύ με άφησες εκεί;

-Εμ, ποιός άλλος;

-Καλά και γιατί είσαι άφαντος εδώ και τόσες μέρες απ' το σχολείο;

-Τρελός είσαι;

-Τι; Δε διάβασες;

-Είσαι μαλάκας ρε;; Χέσε το διάβασμα, πότε διάβαζα;! Οι δικοί σου έχουν βάλει τους πάντες να με βρούν. Δεν εμφανίζομαι πια εκεί και στο δρόμο προσέχω πολύ. Μόνο οι μπάτσοι μου λείπουν!

-Χμ...να πεις την αλήθεια άσκοπο.Θα μας ξεκάνουν.

-Αδιανόητο λέγεται. Μην ακούω μαλακίες! Και για να χουμε καλό ρώτημα...για πες μου τι έγινε εκείνη τη βραδιά...τι σου δωσαν και σωριάστηκες έτσι;

-Τι;

-Αυτοί εκεί..τα πρεζόνια που είδες...τι σου δωσαν;

-Α...εεε, δε θυμάμαι....


Στο άκουσμα αυτών των λέξεων, ο επισκέπτης σήκωσε τη μια γροθιά του κι έκανε να βαρέσει τον ασθενή. Γνωρίζοντας όμως τις επιπτώσεις, φυσικά και δεν το έκανε, ενώ αντί γι' αυτό, κλώτησε δυνατά το κάγκελο του κρεβατιού. Στην πρώτη ενέργεια, ο νεαρός ασθενής παρέμεινε ψύχραιμος, στη δεύτερη κατατρόμαξε.


-Είσαι τρελός;!

-Εσύ είσαι τρελός! Στο 'χα πει!

-Τι μου 'χες πει;

-Σου 'χα πει απ' την αρχή οτι εκεί που θα πηγαίναμε θα 'χε μπόλικο πράγμα απ' αυτό που σου δίνω για να πάρεις όσο θέλεις! Σε είχα προειδοποιήσει όμως οτι τα παιδιά εκεί μπορεί να φαίνονται μαστουρωμένα, αλλά είναι πιο άγρια απο μένα! Είναι ολόκληρη μπάντα, ρε μαλάκα! You know? New York bands?

-Κάτσε...τι λες;

-Α, δεν καταλαβαίνεις;!

-Όχι.

-Ε, τότε είσαι ηλήθιος!


Ο ασθενής συνοφρυώθηκε. Φαινόταν έτοιμος να φωνάξει το προσωπικό.


-Ηρέμησε, ηρέμησε! Μη παίρνεις και 100% αυτά που σου λέω!

-Ναι, πως!

-Και για πες...τι έγινε όταν...όταν έφυγα εγώ;;

-Τι;

-Ρε συ! Σε άφησα εκεί δίπλα σε ένα παιδί με κοντό, ξασμένο μαλλί! Σου είχα πει βέβαια να μην τους πάρεις τίποτα...τι τους πήρες;


-Κάτσε...δε θυμάμαι...μάλλον ήθελα κάτι δυνατό...μόλις είχαν πλακωθεί και οι δικοί μου...το διαζύγιο ήταν οριστικό πράγμα...κάτι που μου μούτρωσε και η δικιά μου...κάτι...δεν ξέρω! Πρέπει να παθα πάλι κατάθλιψη!

-Μου το πες όταν μου ζήταγες το πράγμα...η κατάθλιψη δε φεύγει κι έρχεται ξέρεις. Την έχεις για καιρό...Και μετά άλλο κατάθλιψη και άλλο μαλάκινση! Τα ελαφριά που σου έδινα εγώ δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά που παίρνουν εκείνοι!

-Γιατί; Τι παίρνουν εκείνοι;

-Άστο...δεν είναι να σου λένε εσένα πράγματα....Την έχω βάψει, που την έχω βάψει...

-Εσύ; Γιατί;

-Νομίζεις σ' εσένα έδινα μόνο;! (και χαμηλώνοντας τη φωνή)Όλο το σχολείο ξέρει ποιός τους προμηθεύει...άλλοι απλά γουστάρουν...άλλοι έχουν καταθλίψεις σαν εσένα..εγώ πάντως χαμένος δε βγήκα.... μέχρι τώρα!

-Γιατί; Τι θα σου κάνουν;

-Πας καλά; Ο γέρος μου δεν ξέρει τίποτα γι' αυτά!

-Ε, καλά...θα τα αρνηθείς όλα...κάτι θα γίνει...θα μπει μπροστά κι η μάνα σου να τη γλιτώσεις...

-Η μαμά μου έχει πεθάνει προ πολλού...άστηνα εκεί που είναι...



Ο ασθενής έδειξε έκπληξη. Ο άλλος έκανε μια φορά το σταυρό του κι έπειτα κοίταξε σχεδόν με απάθεια το νεαρό στο κρεβάτι.


-Τόσους μήνες δε μου χες πει τίποτα. Λυπάμαι για τη μαμά σου.

-Όχι που δε θα λυπόσουν. Τελικά θα μου πεις τι σου δωσαν εκείνοι οι πούστηδες; Πρέπει να φύγω κιόλας! Σε λίγο θα 'ρθουν και οι δικοί σου...άμα με συναντήσουν, θα πέσει ξύλο...λέγε γρήγορα!


Ο ασθενής φάνηκε σκεφτικός. Μετά απο λίγη ώρα απάντησε:


-Ε...αρχίσαμε να μιλάμε λίγο...τι παίρνω...και πώς είμαι έτσι...

-Μιλάγατε; Ρώτησαν πράγματα για σένα; Τι τους είπες;;

-Όχι, όχι, για μένα δεν είπα τίποτα...μόνο οτι πήγαινα ακόμα σχολείο...και οτι δεν ήμουν καλα...

-Για συνέχισε...θα δω αν τους είπες πολλά...

-Δεν ήμουν καλά...τους το 'πα. Και μου έδωσαν κάτι που είπαν οτι ήταν πολύ καλό. Θα μου άλλαζε τα φώτα. Θα τα ξέχναγα όλα. Ε...λογικά το αγόρασα και...νομίζω μου έδειξαν πως να το πάρω. Μετά δεν ξέρω τι έγινε...

-Σωριάστηκες, αυτό έγινε! Το θέμα είναι τι πήρες!

-Στις εξετάσεις έδειξαν ένα...μίγμα ήταν; Απο ηρωίνη και κοκαίνη....μπορεί και μορφίνη...δεν ξέρω...

-Ηρωίνη; Ποιο...α, καλά μαλάκα, τρελάθηκες;; Αφού σου 'πα να μη τους πάρεις τίποτα!

-Γιατί; Τι ήταν;

-Κάτι που σε στέλνει ή στα ουράνια ή στον τάφο! (και συνέχισε σιγανά, αλλά έντονα) Και για να κόντεψε να σε στείλει στον τάφο, πήρες υπερβολική δόση! Μ' έκαψες παλιοπούστη για μια δόση! Μια δόση! Με ήθελε για ένα λεπτό ένας τύπος...σου 'πα να κάτσεις για λίγο μόνος, αλλά να μην πάρεις τίποτα! Αλλά εσύ εκεί...να την κάνεις την κουτσουκέλα σου...και γω τώρα θα μείνω ταπί... εξαιτίας της μαλακίας σου!

-Ώστε δε σε νοιάζω εγώ, ε;! Τα λεφτά σ' ένοιαζαν! Γι' αυτό σ' ένοιαζε να μου δίνεις και μένα το πράγμα, για να 'χεις και συ με την κονόμα! Τόσο καιρό στα λεγα όλα, γίναμε φίλοι και ούτε συ νοιάζεσαι!




Ο επισκέπτης με τα γατίσια μάτια συνοφρυώθηκε και το πρόσωπό του έγινε άγριο. Χωρίς να νοιάζεται για τίποτα, πλησίασε τον ασθενή, τον γράπωσε απ' το γιακά και σε σημείο να τον πονάει, τον σήκωσε απ' το κρεβάτι. Έπειτα του ψιθύρισε έντονα στο αυτί:


-Πρώτον δεν είμαστε φίλοι, γνωστοί είμαστε. Δεύτερον, αν δε νοιαζόμουν, θα σε είχα αφήσει εκεί που ήσουν κι ας ψόφαγες. Το πιο εύκολο είναι να κάνεις την πάπια και ν' αφήνεις τους άλλους να κάνουν τη δουλειά. Εκείνοι που είδες, θα σε είχαν ξεπαστρέψει στο λεπτό. Ούτε κοκκαλάκι δε θα 'μενε στο γέρο και τη μάνα σου για μια κηδεία της προκοπής.Εγώ όμως σε έφερα! Νεκρό όπως σε νόμιζα! Και που να βλεπες μετά κλάματα η μανούλα σου με το μπαμπάκα σου.... Αγκαλιασμένοι σαν το πιο αγαπημένο ζευγάρι! Ήταν εκεί, νοιάζονταν περισσότερο απ' τον καθένα για σένα και συ τι έκανες; Πουλούσες αντίδραση! Γιατί;; Για ένα κωλοδιαζύγιο που έτσι κι αλλιώς θα πάρουν! Θα πρεπε να το 'χεις καταλάβει. Εσύ είσαι μέσα στη ζωή τους....όχι ανάμεσα στη σχέση τους. Σιγά μη σε ρωτούσαν. Οπότε άσε τις κλάψες για τώρα στα δεκαοχτώ κι έτσι...αν ήταν θα γινότανε..τουλάχιστον θα έχεις δίπλα σου και τους δυο γονείς σου, έτοιμους να σε βοηθούν και όχι να χαλιούνται για σένα, όπως έκανες εσύ! Ξέρεις πόσο θα υπέφεραν αν πάθαινες κάτι; Χα! Θα πέθαινες στ' αλήθεια μόνο για να τους δεις πως ήταν απο πάνω σου! Έκαναν σαν ηλίθιοι! Νόμιζαν οτι πέθανες στ' αλήθεια! Όπως και γω! Και σίγουρα δε νόμισαν ούτε για μια στιγμή οτι ήσουν έτσι για το κωλοδιαζύγιό τους! Θα πέθαινες άδικα! Γιατί εσύ θα 'φταιγες, όχι, δε στο κανα εγώ αυτό. Εσύ μου ζήτησες να 'ρθεις μόνο και μόνο για να πάρεις αρκετή ποσότητα και 'γω ήθελα να σε προστατέψω όταν σου είπα να μη δεχτείς τίποτα απο κανέναν εκεί μέσα! Δε θα σου δινα κάτι που θα σε σκότωνε ή θα σ' έφερνε σε τέτοια κατάσταση! Δε σκοτώνω. Δίνω ό,τι μου ζητούν και βγαίνω κερδισμένος. Δεν είμαι δολοφόνος!Είμαι έξυπνος, φίλε!

-Μαλ...άκας είσαι και συ.... Χαλάς τον εαυτό σου για το τίποτα. Άμα...άμα συνεχίσεις έτσι, θα γίνεις πραγματικός ναρκωμανής.


Ο ασθενής ψιθύριζε ξεψυχισμένα. Ο άλλος δε χαλάρωσε τα χέρια του.


-Ποιός σου πε οτι δεν είμαι ήδη; Καλά, δεν κατάλαβες τίποτα όταν σ' έφερα σ' εκείνο το μέρος;; Αλλά τι να καταλάβεις! Εσύ είχες ντράβαλα με την οικογένεια και με τη γκόμενα!

-Μην ανακατεύεις την Κατερίνα σ' αυτό!

-Μωρέ, δε γαμιέται η πουτάνα; Που σ' έβλεπε σκατά και δεν έκανε τίποτα;;


Ο ασθενής που ως τότε συγκρατιόταν, άρχισε να βογγάει. Ο άλλος συνειδητοποίησε οτι κόντευε να τον βγάλει απ' το κρεβάτι με τους ορούς και τους καθετήρες μαζί και άρχισε να ξεθυμαίνει. Έβαλε τον ασθενή πίσω στη θέση του, ξαπλωμένος όπως ήταν πριν, τακτοποίησε τα άκρα του μαζί με τους ορούς με ιδιαίτερη σχολαστικότητα, χωρίς όμως να μιλήσει και χωρίς να ζητήσει συγγνώμη. Όταν τελείωσε, είπε σε ήπιο τόνο:


-Φροντισε να γίνεις καλά, μαλάκα. Τ' ακούς; Πες στην αδελφή σου να σε προσέχει. Πάω να φύγω πριν έρθουν να με λυτζάρουν οι δικοί σου.

-Θα τους πω οτι δε φταις εσύ...

-Μωρέ θα φάω ξύλο που σου λέωωω...έχω και δουλειές.

-Τι δουλειές; Πάλι εκεί θα πας ρε;

-Όχι...πρέπει να πάω αλλού πρώτα.


Και καθώς απομακρυνόταν, γύρισε μια τελευταία φορά προς τον ασθενή:


-Άντε γειά!







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου