Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Blue Circle: Το πρόβλημα (3o μέρος)

Η κρεβατοκάμαρα του Αντώνη δεν ήταν πολύ μεγάλη. Γενικώς το διαμέρισμα δεν ήταν μεγάλο, αλλά σίγουρα η άνεση και η ζεστασιά του έφτανε σ' έναν εργένη. Κάτι ακόμα που πρόσεξε η κοπέλα μόλις μπήκε μέσα ήταν ότι το δωμάτιο ήταν πολύ φωτεινό. Τα παντζούρια ήταν ανοιχτά κι όλο το φως του μεσημεριάτικου ήλιου επιδείκνυε το μεγαλείο του. Όλα γύρω ήταν λευκά, οι ντουλάπες, το πορτατίφ, το κομοδίνο, το κρεβάτι ολόκληρο, ωστόσο κάτι μαγάριζε το χώρο. Μια μπλε σκέψη περνούσε απ' τα μάτια τους. Μόνο μια αίσθηση ηρεμίας και χαλάρωσης θα μπορούσε να νιώσει κανείς εκεί μέσα. Όχι όμως εκείνη. Το κόκκινο του προσώπου της δεν είχε χαθεί διόλου και τα χείλη της ήταν σφιγμένα και υγρά απ' το νερό που είχε πιει Ο νέος άντρας φυσικά και τα πρόσεξε όλα αυτά. Και συνειδητοποίησε ότι του άρεσαν. Ξαφνικά, εκείνη γύρισε απότομα το κεφάλι της και τον κοίταξε. Το βλέμμα της ξεχείλιζε από σιγουριά, αλλά και απορία, σαν να έλεγε "και τώρα, τι πρέπει να κάνω;" Εκείνος προσπάθησε να χαμογελάσει.

-Κοίταξε....ξαναλέω, δε χρειάζεται να το κάνεις αυτό, αν δεν το θέλεις πραγματικά.

Σιωπή εκείνη.

-Κοίταξε να δεις...εγώ δεν έχω πρόβλημα. Κι αυτό, γιατί δεν είσαι η πρώτη, αν καταλαβαίνεις. Εμένα μια άγνωστη στο κρεβάτι μου δε με χαλάει. Με λίγη προσοχή περνάω πολύ καλά. Εσένα όμως σε συμπαθώ και δε θέλω ούτε εσύ να το μετανιώνεις αργότερα, ούτε να εκτίθεμαι εγώ χωρίς λόγο.

Η νεαρή κοπέλα δεν απάντησε. Για μια στιγμή κοίταξε το κατάλευκο κρεβάτι κι έπειτα άρχισε να ξεκουμπώνει τη ζακέτα της. Στο πρόσωπο του άντρα που στεκόταν δίπλα της ζωγραφίστηκε η απορία. Δεν ήταν ηλίθιος, οπωσδήποτε όχι και νοιαζόταν για κείνη λίγο παραπάνω απ' ότι θα νοιαζόταν κάποιος για έναν εντελώς άγνωστο σε αυτόν άνθρωπο. Όσο της μιλούσε από μια οθόνη είχε την εντύπωση ότι δεν ήταν τίποτ' άλλο από μια τρυφερή γυναικεία ύπαρξη που βιαζόταν να κάνει κάτι που στην πραγματικότητα δεν ήθελε. Όχι με εκείνον τουλάχιστον. Και η συνάντηση τους το επιβεβαίωνε αυτό. Η κοινωνία και οι σημερινοί άνθρωποι της είχαν μεταδώσει το μήνυμά τους και η σύγκριση μαζί τους ίσως επέφερε καταστροφικά αποτελέσματα. Και ίσως εκείνος να μπορούσε να το σταματήσει, αν ήθελε. Δε θα το έκανε, όμως. Όση ώρα την παρατηρούσε, δεν έβλεπε στο πρόσωπό της ένα παιδί, ένα κοριτσάκι, σίγουρα όχι. Έβλεπε ωστόσο ένα όμορφο και αθώο πλάσμα και είχε καιρό να δει κάτι τέτοιο σε γυναίκα. Του άρεσε. Και την ώρα που εκείνη ήταν έτοιμη να βγάλει τη μπλούζα της, της είπε παίρνοντας μια έκφραση, σαν να της έλεγε "άντρας είμαι, μαλάκας όμως όχι"

-Όχι. Μη βιάζεσαι. Χαλαρά. Πρέπει πρώτα να γνωρίσεις εμένα.

Και άρχισε να γδύνεται μπροστά της. Όταν πια έμεινε μόνο με το εσώρουχο, σταμάτησε να την κοιτάξει. Εκείνη δε φαινόταν να δειλιάζει. Τον κοίταξε με τη σειρά της στα μάτια κι έπειτα σ' όλο του το σώμα. Κι είχε ωραίο σώμα ο άτιμος.

-Τώρα κάθισε και βγάλε τα παπούτσια σου.

Η κοπέλα υπάκουσε με προθυμία και κάθισε στο κρεβάτι, ενώ εκείνος έκανε το ίδιο.

-Ωραία. Τώρα... θα με βοηθήσεις να βγάλω το boxerακι.


Πήρε απαλά τα δυο χέρια της και μαζί με τα δικά του έβγαλε σιγά σιγά το boxer ως τα γόνατα. Έπειτα το έβγαλε τελείως μόνο με τα δικά του χέρια κι αφού το έβαλε κάπου δίπλα, την κοίταξε. Το κοκκίνισμα φυσικά δεν έλειπε πάλι από το πρόσωπό της, αλλά υπήρχε μια ηρεμία και ψυχραιμία στο βλέμμα της που τον εξέπληξε. Για πρώτη φορά του φάνηκε σίγουρη γι' αυτό που έκανε κι έτσι του έδινε το μπαλάκι για να συνεχίσουν. Έτσι, χωρίς να χάσει άλλο χρόνο, πήρε απαλά το χέρι της και προσπάθησε να το βάλει πάνω στο όργανο του.

-Άγγιξε με... Ίσως φαίνεται τρομακτικό, αλλά είσαι μεγάλη κοπέλα πια! Η αρχή είναι δική σου!

Εκείνη δε δίστασε. Άφηνε το χέρι του να οδηγήσει το δικό της και δεν το τράβηξε όταν εκείνος το έβαλε ακόμη πιο χαμηλά. Κι ενώ μέχρι τότε ένιωθε έστω μια κάποια σιγουριά και θάρρος, γρήγορα άρχισε να πιστεύει ότι παραδίνεται σε κατι αισχρό, ανούσιο. Ποιό το νόημα του να πηγαίνεις με κάποιον που δε νιώθεις ούτε το παραμικρό συναίσθημα γι' αυτόν, όσο καλός κι αν ήταν; Της φάνηκε σαν να εμφανίστηκε μπροστά της ένας γυμνός άντρας από το πουθενά. Ούτε το όνομα του δε θυμόταν. Και θα συνέχιζε να μεγαλώνει αυτή η αίσθηση του ανούσιου, εάν δεν άλλαζαν τα πράγματα. Ξαφνικά, ο γυμνός άντρας άρχισε να ανεβάζει το χέρι της όλο και πιο ψηλά πάνω στο κορμί του. Η παλάμη της άγγιξε τη γυμνασμένη κοιλιά του, τα δάχτυλα της χάιδεψαν το στέρνο του, ενώ με το άλλο της χέρι αυθόρμητα άγγιξε την πλάτη του. Κι έτσι θέλησε να πάει ακόμη πιο κοντά του, χωρίς να ξέρει γιατί, αγνοώντας το γεγονός ότι το ένστικτο της είχε ξυπνήσει για τα καλά. Και τότε, κάθε τι ανούσιο, αισχρό και πρόστυχο χάθηκε από το μυαλό της. Μπροστά της έβλεπε μόνο έναν άντρα, ωραίο για τα μάτια της που με τη γύμνια του της είχε ξυπνήσει τον πόθο, τον έρωτα.

Εκείνος βλέποντας τη συμπεριφορά της κατάλαβε τι είχε συμβεί. Έβλεπε κι αυτός μια γυναίκα μπροστά του με μάτια όλο λάμψη και προσμονή. Και φυσικά αντέδρασε ανάλογα. Άφησε τα χέρια της πάνω στο σώμα του κι ο ίδιος άρχισε να τη χαϊδεύει αρχίζοντας από τους ώμους της και φτάνοντας ως τη μέση της. Εκεί, ρίχνοντας της πρώτα ένα βιαστικό βλέμμα, της έβγαλε τη μπλούζα. Μετά από λίγο δεν κρατήθηκαν. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου με ορμή, μ' έναν δυνατό πόθο για ένωση ψυχών και σωμάτων, έστω κι αν ήταν άγνωστοι, έστω κι αν δεν ξανασυναντιόνταν ποτέ. Ένιωθαν το φως να πέφτει πάνω τους και να φωτίζει τα σώματα τους, χωρίς όμως να τα ζεσταίνει ούτε κατά το ήμισυ απ' όσο τους ζέσταινε η ένωσή τους. Κι ήταν μια από τις λίγες μέρες που ο ήλιος έδυσε με χαμόγελο.



Όλα δικά σου, μάτια μου κι ο πόνος σου δικός μου
είδαν πολλά τα μάτια μου στις γειτονιές του κόσμου.....

Blue Circle: Το πρόβλημα (2ο μέρος)

Ώστε ήρθε η ώρα λοιπόν! Η δική της ώρα. Και μάλιστα στα εικοσιτέσσερα. Να νιώσει χαρά; Όχι, αυτό δε γινόταν. Δε μπορούσε να χαρεί για κάτι που γινόταν βιαστικά, ωμά, με κάποιον άγνωστο που τον έλεγαν Αντώνη. Μα δεν γινόταν αλλιώς, της φαινόταν σαν να μην είχε άλλη επιλογή. Τώρα, οι σκέψεις της την κατέκλυσαν, την έπιασε πονοκέφαλος, αλλά όλα ήταν ακόμη ξεκάθαρα. Δε μπορούσε να περιμένει άλλο...


Από τα δεκαπέντε της που απέκτησε internet στο σπίτι, μυήθηκε σε κάθε είδους ιστοσελίδα, παιχνίδι, chattroom. Και για να κρατάει επαφή με τα άτομα που γνώριζε εκεί μέσα, έφτιαξε msn και facebook. Η αλήθεια ήταν ότι της άρεσε εκεί μέσα. Απ' το ν' ακούει τον πατέρα της να πλακώνεται με τη μάνα της, απ' το να παίζει με την πολύ μικρότερη αδελφή της, προτιμούσε να κάθεται με τις ώρες μπροστά σε έναν υπολογιστή και να μιλάει, να επικοινωνεί. Και φυσικά τα θέματα ήταν ποικίλα. Από φιλοσοφικές συζητήσεις υψηλού επιπέδου μέχρι καταστάσεις της καθημερινής ζωής και από γεγονότα και κοινωνικά προβλήματα έως ερωτικές συζητήσεις με οπτικοακουστικό υλικό. Ειδικά στο τελευταίο, οι άρρενες chatters δεν είχαν κανένα πρόβλημα να μοιραστούν τις εμπειρίες τους με ένα..."άβγαλτο" κορίτσι. Ενδιαφέρονταν, μάλιστα, υπερβολικά για την... κατάσταση της. Οι συμβουλές έπεφταν βροχή.


Από τα πρώτα πράγματα που ρωτάνε συνήθως μια μικρή, άγνωστη κοπέλα σ' ένα chat ήταν εάν είχε ολοκληρώσει. Αν απαντούσε ναι, άρχιζαν οι ερωτήσεις τύπου πώς, πότε, με ποιόν, ποιές στάσεις ήξερε και εάν θα έκανε κάτι με έναν μεγαλύτερο. Εάν η απάντηση της ήταν όχι, άρχιζαν οι συμβουλές. Κάποιοι έλεγαν να περιμένει τον κατάλληλο, μια αγκαλιά στην οποία θα νιώθει άνεση, ασφάλεια, οικειότητα, αν όχι έρωτα. Άλλοι πάλι έλεγαν πως είχε την ηλικία για ν' αρχίσει, να μην περιμένει άλλο΄ποιός ο λόγος δηλαδή; Και φυσικά, δεν έλειπε η εξιστόρηση προσωπικών εμπειριών. "Η αδελφή μου άρχισε στα δεκατρία της". "Εγώ κάποτε έκανα σχέση με μια δεκαεξάρα. Ήθελε να με βλέπει συνεχώς καυλωμένο!" "Α, είχα κάποτε μια παρθένα φίλη. Ήταν δεκαοχτώ χρονών και ήμουν ο πρώτος της. Δεν είχε παράπονο από μένα".


Όσο ήταν έφηβη, η κοπέλα δε βιαζόταν. Τα σχόλια και τις συμβουλές των άλλων τα προσπερνούσε, δεν την ένοιαζαν πολύ. Έβλεπε ως πλάκα τις εξομολογήσεις τους. Το μόνο που την ενοχλούσε ήταν το ν' ακούει ιστορίες για μικρά παιδιά που έχαναν την παιδικότητα τους τόσο εύκολα, αν και ήταν σίγουρη ότι όσοι ολοκλήρωναν στα δεκαπέντε τους δεν έπαυαν να είναι ανώριμα παιδιά που πίστευαν ότι έπρεπε ν' αποκτήσουν εμπειρία.


Στα δεκαοχτώ της, άρχισε να γνωρίζεται πιο πολύ με τριαντάρηδες (στο chat πάντα). Ακόμη έλεγε την αλήθεια, ότι δηλαδή ήταν παρθένα κι άπειρη στο σεξ και φυσικά η ζήτηση της ανέβαινε. Πόσοι δεν της υπόσχονταν μια τρομερή και άκρως εκρηκτική πρώτη φορά στο κρεβάτι τους! Εκείνη, όπως και παλαιότερα, αδιαφορούσε, ώσπου κάποιοι την έβριζαν και τη διέγραφαν από τη λίστα τους. Δεν υπήρχε λόγος να μιλάνε πλέον, έλεγαν. Εκείνη απλά αδιαφορούσε. Παράλληλα, δεν έκανε σχέση με κανέναν ακόμη. Δεν της άρεσε κανένας συνομήλικος της και απ' το να τα φτιάξει με κάποιον που δεν την τράβαγε πολύ, προτιμούσε να είναι μόνη. Έτσι ήταν ο χαρακτήρας της φαίνεται. Ήθελε κάτι....ξεχωριστό.


Ώσπου έφτασε στα εικοσιτέσσερα. Τα πειράγματα και οι συμβουλές γίνονταν από λίγους. Οι περισσότεροι έλεγαν ένα πράγμα:"κάν' το". "Άλλες στην ηλικία σου παντρεύονται". "Εδώ τα πιτσιρίκια το κάνουν όλη μέρα κι εσύ ακόμη κάθεσαι; Πηδήξου, μωρή!" Μπορεί τα άτομα που της τα έλεγαν αυτά να ήταν απλά άγνωστοι και άσχετοι, μπορεί να μην την ήξεραν και να μην έδιναν δεκάρα για κείνη, αλλά τα λόγια τους την έκαναν να νιώθει άσχημα, ν' απογοητεύεται. Γιατί αυτά που έβλεπε μεσ' από μια οθόνη κι αδιαφορούσε τόσο καιρό, τώρα τα έβλεπε και στη ζωή. Όσο ήταν στο πανεπιστήμιο, έμαθε ότι όλες οι παλιές της φίλες είχαν προχωρήσει. Το ίδιο κι όσες κοπέλες γνώρισε στη σχολή. Κι όταν αργότερα πήγε στην πρώτη της δουλειά, άκουγε τις κοπέλες εκεί να μιλάνε για ερωτικές βραδιές με τους φίλους τους ή με αγνώστους σε κανένα κλαμπ Έτσι δε μιλούσε σε κανέναν για τα προσωπικά της, μιας κι έκανε τη διαφορά. Απλά ένιωθε ότι έπρεπε να κρατήσει το...πρόβλημα της μακριά απ' όλους. Εν τω μεταξύ, η κατάσταση παρέμενε ίδια. Οι άντρες ολόγυρα της ήταν μόνο φίλοι, ενώ κανένας απ' αυτούς δε ξεχώριζε, δεν της έκανε το κλικ. Κι αν κανένας απ' αυτούς της άρεσε έστω και λίγο, δεν της έδινε σημασία ή ήταν ήδη καπαρωμένος. Έτσι, εκείνη δεν πλησίαζε κανέναν. Ίσως από ντροπή, ίσως από δειλία. Έπειτα, σε ποιόν να λεγε ότι ήταν...παρθένα;


Τώρα πια όμως, σίγουρα το ξερε πως αυτό έπρεπε να τελειώσει. Έπρεπε να ξεφορτωθεί το πρόβλημα της για να μπορεί να κοιμάται με όποιον θέλει αργότερα, free sex που λέμε. Ήταν κάτι που οι περισσότεροι έκαναν. Έτσι κανένας δεν ήταν τελείως μόνος του. Γι' αυτό το λόγο όμως, έπρεπε να το φέρει η κουβέντα με κάποιον, να μη γίνει με...τον πρώτο τυχόντα. Κι έτσι, έγινε με τον Αντώνη, έναν τριαντάρη με τον οποίο μιλούσαν περίπου έξι μήνες! Φαινόταν εντάξει τύπος και μετά από καναδυο καφέδες, της πρότεινε να πάει σπίτι του. Κι εκείνη δεν έχασε την ευκαιρία να...ξεφορτωθεί το πρόβλημα της. Το είχαν συζητήσει ήδη άλλωστε και της φάνηκε ότι ο Αντώνης έδειξε κατανόηση.


-Να μαι πάλι! Δεν άργησα;


-Όχι, καθόλου.


Ο Αντώνης μόλις είχε βγει από το μπάνιο και κατευθυνόταν προς την κοπέλα με εύθυμη διάθεση. Πώς θα μπορούσε να κάνει άλλωστε το αντίθετο;


-Λοιπόν; Πάμε;

-Πού;

-Στην κρεβατοκάμαρα.

-Α, εεε....ναι.


-Σου ξαναλέω δεν είναι ανάγκη να το κάνεις.


-Πάμε!


-Η φωνή της τώρα ήταν πιο δυνατή από κάθε άλλη φορά και το ύφος της σχεδόν επιτακτικό. Άφησε την τσάντα της στον καναπέ, πήρε τον Αντώνη από το χέρι και του έδειξε να καταλάβει τι ήθελε. Εκείνος κρατώντας τη με το ένα χέρι του και με το άλλο ακουμπώντας ελαφρά τη μέση της, την οδήγησε, παρόλο που κι ο ίδιος δε φαινόταν σίγουρος γι' αυτό που επρόκειτο να γίνει.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Blue Circle: Το πρόβλημα (1o μέρος)

Η κλειδαριά δεν ακούστηκε σχεδόν καθόλου και η μεγάλη πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε διάπλατα. Ο ιδιοκτήτης μπήκε μέσα με σίγουρο, σταθερό βήμα και πιάνοντας το χερούλι, πήγε πίσω από την πόρτα. Έπειτα, σαν να περίμενε κάποιον, στάθηκε ακίνητος. Όταν είδε ότι κανείς δεν μπήκε μέσα, παραξενεύτηκε κι αφήνοντας το χερούλι, πήγε πάλι μπροστά από την πόρτα για να κοιτάξει στο διάδρομο.

-Πέρασε.

Αμέσως μετά, έκανε στην άκρη και μέσα στο σπίτι μπήκε μια κοπέλα. Το βήμα της ήταν αργό και διστακτικό, σαν να μην ήταν σίγουρη για κάτι που επρόκειτο να γίνει. Το πρόσωπό της ήταν ωχρό, ενώ μια όμορφη γυαλάδα στόλιζε τα μάτια της. Καθώς προχωρούσε στο βάθος, έβαλε μια τούφα απ' τα μαλλιά της πίσω απ' το αυτί και κοίταξε ολόγυρα. Τελευταίο κοίταξε τον άντρα που αφού έκλεισε την πόρτα, τώρα την κοίταζε με ενδιαφέρον.

Σίγουρα η φωτογραφία που της είχε δείξει στο msn τον έκανε πιο ωραίο και γοητευτικό, ωστόσο κι από κοντά ήταν όμορφος. Από κοντά, της φαινόταν και αρκετά νεότερος, το παιδικό πρόσωπο και τα παιχνιδιάρικα μάτια τον έκαναν να μοιάζει με εικοσιπεντάχρονο, αν κι εκείνος είχε πατήσει προ πολλού τα τριάντα. Έτσι όπως επεξεργάζονταν ο ένας τον άλλο σαν να βλέπονταν για πρώτη φορά, ο νέος άντρας γέλασε' του φάνηκε αστείο.

-Χαλάρωσε καλέ! Δε θα σε φάω!

Χαμογέλασε κι εκείνη.

-Κάθισε αν θέλεις, σαν στο σπίτι σου! Θες να πιεις κάτι;

Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

-Ου, αν δε χαλαρώσεις, δεν πρόκειται να γίνει τίποτα, δε θα το απολαύσεις!

Εκείνη ευθύς φάνηκε ακόμα πιο αγχωμένη.

-Σίγουρα το θέλεις αυτό;

-Ναι. Γιατί;

-Να, απλά....μένω πιστός σε μια αρχή.

-Ποιά αρχή;

-Ποτέ δεν πιέζουμε τις πρωτάρες.

-Νομίζεις πως αν δεν ήθελα, θα σου λεγα να συναντηθούμε;

Εκείνος δε φάνηκε να πείθετε. Το ύφος του πήρε μια γλυκιά σοβαρότητα, σαν να ήταν κάποιος που επρόκειτο να συμβουλεύσει μια καλή του φίλη.

-Ξέρεις, δεν είναι ανάγκη να το κάνεις αυτό. Δεν είναι κακό το να μην έχεις πάει σε κρεβάτι. Το καλύτερο είναι να το κάνεις με κάποιον που θέλεις πραγματικά. Είναι...όμορφο τότε. Αν φοβάσαι ότι ο άλλος θα σε δουλέψει, πολύ απλά δε θ' αξίζει να 'ναι μαζί σου.

-Δεν είναι αυτό. Άλλο είναι το πρόβλημα.

-Ωραία. Περίμενε μόνο λίγο να πάω στο μπάνιο. Θες... εσύ;

Εκείνη έγνεψε αρνητικά.

-Οk.I'll be right back!

Καθώς εκείνος της έκλεινε το μάτι και πήγαινε προς το μπάνιο, η νεαρή κοπέλα προχώρησε στο βάθος του σπιτιού κι έκατσε στον καναπέ. Το πρόσωπό της είχε χάσει πια την ώχρα του και είχε γίνει κατακόκκινο με μύτη και μάγουλα να καίνε ολόκληρα. Με βιασύνη άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερό. Όταν το άνοιξε, ήπιε μια γερή γουλιά κι αφού το έκλεισε, το ξανάβαλε μέσα στην τσάντα.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Blue Circle: Το γράμμα Ε (song)








Αν θα έρθεις εσύ, η ζωή μου θ' αλλάξει

κάθε τι που πονά μια για πάντα θα πάψει

οι πικρές μου στιγμές

σε χαρές θα γυρίσουν

κι όσες έχω πληγές μια μια θα σβήσουν....

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Blue Circle: Το γράμμα Ε

Πολλοί εκείνη την περίοδο άρχισαν να της δίνουν σημασία, αν και από παλιότερα όλοι το λέγαν πως αυτή η κοπέλα ή ήταν πολύ χαζή ή πολύ στον κόσμο της. Οι κοντινοί της φίλοι τη δικαιολογούσαν σε όλους λέγοντας ότι είχε τα δικά της προβλήματα. Όπως και να χε, το δυνατό και παιδικό της γέλιο, οι άκυρες σπόντες της, η καλοσύνη στα μάτια και η ευθυμία της σε συνδυασμό με τη διάθεση για τραγούδι την έκαναν συμπαθής σε όλους. Όταν λοιπόν, η Γιορδανία ήταν μουτρωμένη, δάκρυζε, μονολογούσε ή είχε έκφραση μελαγχολική, όλοι ενδιαφερόντουσαν να μάθουν τι έχει, αν κι εκείνη δεν τους έλεγε ποτέ....

Από μικρούλα, η Γιορδανία είχε πολύ αδύνατο σώμα κι έτσι που έτρεχε όλη μέρα παίζοντας ποδόσφαιρο και μπάσκετ θύμιζε κάτι από αγοροκόριτσο. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και οι τρόποι της κάπως απότομοι και άγαρμποι και το βήμα της ελαφρύ με τις μύτες προς τα έξω. Έτσι, ήταν εύλογο που όλοι απορούσαν πως αυτό το κοριτσάκι είχε μεγαλώσει με μητέρα. Φυσικά, κανείς δεν ήξερε πως το κοριτσάκι μαζί με την μικρότερη αδελφή του είχε μεγαλώσει με τον πατέρα τους. Η μητέρα μια περίοδο ήταν σπίτι, μια έλειπε κι αυτό, διότι οι καυγάδες του σπιτιού ξεπερνούσαν τα όρια που μπορούσε ν' αντέξει μια οικογένεια. Στο δημοτικό σε ένα λεύκωμα μιας φίλης της, στην ερώτηση "Τι θα θέλατε ν' αλλάξετε στο μέλλον;", ενώ τα περισσότερα παιδάκια έγραφαν για τερματισμό των πολέμων και παγκόσμια ειρήνη, η μικρή Γιορδανία έγραψε "Να μη μαλώνουν οι γονείς μου". Συγκινητική η αλήθεια απ' το στυλό ενός παιδιού.

Όσο μεγάλωνε το παιδάκι αυτό, τόσο άλλαζε. Φαινομενικά, χάριζε σε όλους γέλιο, αισιοδοξία κι ευθυμία, αλλά κάπου κάπου σε στιγμές που ήταν κλεισμένη στον εαυτό της και δεν το καταλάβαινε, άφηνε να βγαίνει μια μεγάλη θλίψη στα μάτια της. Ήταν η περίοδος όπου στη γειτονιά είχε ξεσπάσει η φήμη, ότι μια μητέρα παράτησε τα παιδιά της κι έφυγε...

Αργότερα στο λύκειο, τα πράγματα φάνηκαν να σοβαρεύουν για κάποιο λόγο. Η θλίψη, η μελαγχολία, ακόμη και η κατάθλιψη θέριευαν στο ύφος και το βλέμμα της. Όπως εξομολογήθηκε για πρώτη φορά στις φίλες της, οι γονείς της είχαν χωρίσει προ πολλού... Η ίδια έμεινε με την αδελφή της στο σπίτι με το μπαμπά, ενώ είχε αναλάβει και την ευθύνη της μικρότερης, καθώς και την καθαριότητα του σπιτιού. Με τον πατέρα της είχε μια μέτρια σχέση, ούτε κρύο, ούτε ζέστη, αλλά δεν έπαυε να μην μπορεί να του ανοιχτεί και να επιζητά συνεχώς τη θαλπωρή της μητρικής κουβέντας. Η μητέρα της βρισκόταν μακριά και τα "λουλουδάκια" της όπως τα φώναζε, την έβλεπαν μια με δυο φορές το χρόνο. Δεν ήταν όμως αυτό το πρόβλημα που είχε και συνάμα απέφευγε για καιρό εκείνη η κοπέλα....

Τελευταία, πριν πατήσει στο λύκειο ακόμα, η Γιορδανία είχε παρατηρήσει ότι σκεφτόταν έντονα κάποιες συγκεκριμένες κοπέλες, συνήθως συνομήλικες της, ακόμη και μετά το σχολείο. Έδινε προσοχή στα πάντα, στο τι φορούσαν, στο τι έκαναν, με τι ασχολούνταν, στο πως την κοίταζαν όταν της μιλούσαν. Χωρίς απαραίτητα να γνωρίζει πολλά γι' αυτές, η Γιορδανία ένιωθε την ανάγκη να της παρατηρεί, να έρθει πιο κοντά τους, να τις νιώσει, να τη νιώσουν... Ανα περίοδο, υπήρχε και από μια κοπέλα στο μυαλό της που δεν μπορούσε να ξεχάσει ή να αδιαφορήσει γι' αυτήν. Στην πρώτη λυκείου λοιπόν, ήρθε το τελειωτικό χτύπημα....

Έτυχε εκείνη την περίοδο η Γιορδανία να μην είναι καλά ψυχολογικά λόγω της κατάστασης στο σπίτι και στο σχολείο πολλές φορές μίλαγε με μια συμμαθήτριά της για ένα καινούριο σίριαλ που άρχισε κι έτσι οι δυο κοπέλες που ως τότε δεν είχαν καμιά ιδιαίτερη σχέση, ήρθαν πιο κοντά. Η μία φυσικά αδιαφορούσε, για κείνη δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, ενώ για την Γιορδανία η άλλη άρχισε να είναι τα πάντα. Κάτι δυνατό γεννήθηκε ξάφνου μέσα της κι από τότε δε μπορούσε να ηρεμήσει. Άρχισε να ενδιαφέρεται για όλα όσα αφορούσαν τη συμμαθήτριά της, τα χαρακτηριστικά της, το όνομά της, το ζώδιό της, τις προτιμήσεις της, τη διεύθυνσή της, τους φίλους της, το χαρακτήρα της, τον κόσμο της όλο και οτιδήποτε αφορούσε την....άλλη. Κι άρχισε να της γίνεται έμμονη ιδέα. Στο κινητό, στο χέρι και σε άλλα μέρη είχε στολίδια με το αρχικό γράμμα του ονόματος της άλλης, αγαπούσε ό,τι αγαπούσε και η άλλη, έκλαιγε στα καλά καθούμενα με λυγμούς, άκουγε περισσότερα ελληνικά τραγούδια για έρωτες κι αγάπες, έκοβε βόλτες κάθε λίγο και λιγάκι έξω από το σπίτι της άλλης και όποτε μιλούσαν οι δυο τους, η καρδιά της πήγαινε να σπάσει...


Η ψυχολογική κατάσταση της Γιορδανίας άλλαζε αναλόγως. Όταν μιλούσε με την..."άλλη" χαιρόταν και το κέφι μιας ολόκληρης ημέρας περιστρεφόταν γύρω από μια συζήτηση τους, της χαμογελούσε η "άλλη" και η Γιορδανία έβγαζε φτερά, της έλεγε κάτι μέτριο και μελαγχολούσε κι όταν πάλι δεν της μίλαγε καθόλου, η Γιορδανία έφτανε στο σημείο να κλαίει ή να κλείνεται πολύ στον εαυτό της και να μη μιλάει σε κανέναν. Οι φίλες της, οι κολλητές δηλαδή που κάποια στιγμή έμαθαν την αλήθεια, της πρότειναν να πάει σε ειδικό, χωρίς αποτέλεσμα όμως:

-Όχι φυσικά! Δεν είμαι τρελή!

Βέβαια, όσο κι αν διαμαρτυρόταν στην αρχή, αργότερα συνειδητοποίησε κι η ίδια ότι όντως άρχισε να τρελαίνεται. Οι βόλτες στο σπίτι της άλλης έγιναν πιο συχνές, η παρακολούθηση εν ώρα μαθήματος και η αφηρημάδα γέμιζαν το μυαλό της χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν την ενδιέφερε το σχολείο και τα μαθήματα και δεν άκουγε κανέναν πέραν από τον εαυτό της. Στις συζητήσεις με τις φίλες της δεν μιλούσε πολύ, εκτός κι αν αναφερόταν στην άλλη, όλη της η μέρα εξαρτιόταν από το αν θα της δώσει σημασία η άλλη, αν θα της χαμογελάσει, αν θα της γελάσει. Και φυσικά αυτό επηρέαζε εκτός από την ψυχολογία και τη διάθεση της, την ίδια τη Γιορδανία, τον εαυτό της. Είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Δεν την άφηνε να χαρεί αυτό το πράγμα, να ευτυχίσει Και δεν ήξερε καν τι...είναι αυτό. Ένα κόλλημα; Μια ψύχωση; Ή μήπως κάτι άλλο; Παρόλο που τα όνειρα με ...ελαφριά ρούχα και μαγιό δεν έλειπαν, τα συναισθήματα της Γιορδανίας παρέμεναν τόσο αθώα! Ένιωθε την επιθυμία να έρθει πιο κοντά στην άλλη, να είναι μαζί της,να της εκφράσει το ενδιαφέρον, την αγάπη της, να ξέρει ότι θα έκανε τα πάντα για κείνη... Όσο όμως βασανιζόταν με τα συναισθήματα και τις σκέψεις της, τόσο όλο και πιο άσχημα τα πήγαινε με τον εαυτό της, τόσο πιο αντιφατικές συμπεριφορές εκδήλωνε, τόσο περισσότερο εξαρτιόταν από την...άλλη. Κι ένιωθε χαμένη αλήθεια. Στο σχολείο ίσα ίσα που περνούσε την τάξη. Αδιαφορούσε σχεδόν για τα πάντα, όλη της η ζωή ήταν πλέον η άλλη και ήρθε η μέρα που η Γιορδανία αποφάσισε να ρωτήσει έτσι στο άσχετο μια φίλη της:

-Τι είναι ομοφυλοφιλία;
-Είναι όταν κάποιος έλκεται από το ίδιο φύλο.
-Πώς έλκεται;
-Σεξουαλικά πάντα. Αυτό πιστεύω εγώ. Βλέπεις τον άλλο "αλλιώς"....
-Α, ναι; Ωραία.
-Ρωτάς για την άλλη;Μην ανησυχείς, δεν είσαι.
-Άντε ρε!
-Όχι, αλήθεια. Ξέρω ότι βλέπεις πολύ συναισθηματικά το θέμα...δεν είναι έτσι τα πράγματα.

Και για να την πείσει, η φίλη της κάποια στιγμή της έφερε ένα βιβλίο της β' λυκείου που είχε αρχαίους ποιητές. Εκεί, είχε βρει ένα κείμενο της Σαπφούς , όπου μια γυναίκα μιλούσε ερωτικά στην Αφροδίτη για μια άλλη γυναίκα.

-Βλέπεις, Γιορδανία; Υπάρχει ομοφυλόφιλος έρωτας. Είναι κάτι σαν...αγάπη! Δεν είναι απαραίτητα σεξουαλικό το θέμα...

Κι ευχόταν να μην έκανε λάθος. Όχι ότι θα την πείραζε εαν η κολλητή της αποδεικνυόταν ρυάκι της "άλλης" πλευράς, αλλά δεν το πολυπίστευε κιόλας. Η Γιορδανία ακόμη κοίταζε τ' αγόρια και τους άντρες και δε δίσταζε να φουντώνει βλέποντας μερικούς μερικούς. Απλά η...άλλη ήταν διαφορετική περίπτωση...

Αν θα έρθεις εσύ, η ζωή μου θ' αλλάξει

κάθε τι που πονά μια για πάντα θα πάψει

οι πικρές μου στιγμές

σε χαρές θα γυρίσουν

κι όσες έχω πληγές μια μια θα σβήσουν....



Ο καιρός πέρασε και ήρθε η τρίτη λυκείου. Η ώρα για τη διεκδίκηση μιας θέσης σε κάποια σχολή θα έφτανε γρήγορα και το διάβασμα δεν ήταν λίγο. Αν και δε διάβαζε πολύ, το άλλοτε κοριτσάκι που τώρα κόντευε να ενηλικιωθεί, έδειχνε χαρούμενο κι εύθυμο, παρά το πότε πότε λυπημένο πρόσωπο και το μελαγχολικό της βλέμμα. Μόλις επέστρεψε από τις καλοκαιρινές διακοπές, άρχισε να βγαίνει πολύ με τις φίλες της, να βλέπει κόσμο, να γελάει, να κάνει γκάφες. Ήρθε και η μητέρα της να μείνει στην ίδια πόλη κι έτσι ένα μέρος του εαυτού της κόλλησε ξανά Αυτό με την άλλη όμως δεν της πέρασε. Η Γιορδανία μέχρι τότε μέτραγε μια μια τις μέρες που διαρκούσε αυτό το...κόλλημα με την άλλη. Είχαν περάσει τρία χρόνια τώρα κι εκείνη ακόμη τη σκεφτόταν, ακόμη τη λάτρευε, ακόμη την αναζητούσε μεσ' το υποσυνείδητο της και την έβλεπε στον ύπνο της. Ακόμη την κοιτούσε και η καρδιά της πήγαινε να σπάσει.

Αν θα έρθεις εσύ, μόνο εσύ αν γυρίσεις
την κενή μου ζωή με ζωή θα γεμίσεις


Κι έτσι, μεσ' τα βροχερά φθινοπωρινά βράδια, δεν ήταν λίγοι οι οδηγοί που περνούσαν απ' την οδό ______ κι έβλεπαν μεσ' το σκοτάδι μια όμορφη, ψηλή κοπέλα να κοιτάζει επίμονα το γωνιακό μπαλκόνι του πρώτου ορόφου μιας πολυκατοικίας .




Αν θα έρθεις εσύ......

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Ο κλέφτης

Ο κλέφτης δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα μικρό ανθρωπάκι που εξαιτίας όσων πέρασε δε δίσταζε πλέον να μεταμορφωθεί σ' έναν αδίστακτο φονιά. Στεκόταν έτσι απλά, κοιτάζοντάς με, σημαδεύοντας με το όπλο κάποιον στο κενό, κάποιον που δεν έβλεπε, κάποιον που σίγουρα δεν έβλεπα ούτε εγώ. Κι αυτό επειδή μπροστά του ήμουν μόνο εγώ, ενώ όλοι οι άλλοι περίμεναν σιωπηλοί πίσω μου. Τους είχα πλάτη.

-Γιατί εσένα, ρώτησε αργά και βασανιστικά ο κλέφτης. Γιατί όχι έναν απ' αυτούς;

-Γιατί καθένας απ' αυτούς που βρίσκονται πίσω μου αξίζει κάτι παραπάνω απο τον εαυτό του. Όλοι τους αξίζουν για παραπάνω απο ένα άτομο, παραπάνω απο έναν άνθρωπο.

-Αξίζουν περισσότερο απο σένα;

-Κι όμως, αξίζουν πολύ περισσότερο απο μένα.

-Ξηγήσου.

Μόλις άκουσα τα τελευταία λόγια του κλέφτη, γύρισα να κοιτάξω ένα ένα τα άτομα που υπήρχαν πίσω μου. Όλοι τους άνθρωποι, άλλοι με βροντές κι άλλοι με λουλούδια στο βλέμμα τους. Όλοι τους "γραφείς"! Όλοι τους κάτι.

-Είναι γραφιάδες. Ποιητές...ποιητές...συγγραφείς...κειμενογράφοι....μυθιστοριογράφοι...ερασιτέχνες...όλοι τους γραφιάδες.

Ο κλέφτης συνοφρυώθηκε. Το βλέμμα του αγριέψε και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τράβηξε τον κόκορα του όπλου και άρχισε να σημαδεύει στα τυφλά.

-Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος για τον οποίο αυτοί αξίζουν περισσότερο απο μένα. Όπως σου είπα...ο καθένας τους αξίζει για πάνω απο έναν εαυτό, για περισσότερο απο έναν άνθρωπο.

Η σκανδάλη δε σταμάτησε να κινείται, αλλά η φορά της έγινε πιο σταθερή, σαν να ήξερε που σημάδευε. Κι ευθύς γύρισα να δω... το θύμα.

-Αυτός; Τι αξίζει;

-Δεν τον έχω δει ποτέ απο κοντά. Ηρέμησε! Ο άνθρωπος αυτός εκτός απο τ' οτι έχει ένα χαρισματικό χέρι που αγγίζει καρδιές, έχει οικογένεια. Κάποτε είχα διαβάσει μια...αναφορά σε σύζυγο και γιο. Έτσι, ο τύπος κουβαλάει άλλα δυο άτομα μαζί του, μέσα του. Δεν κάνει να τους χωρίσεις. Ειδάλλως, θα κουβαλάς εσύ το βάρος και των τριών τους σ' όλη σου τη ζωή.

Το θύμα άλλαξε.

-Αυτός;

-Κι αυτός θέλω να πιστεύω οτι αξίζει πάνω απο ένα άτομο.

-Γιατί;

-Γιατί θέλω να πιστεύω οτι βάζει την οικογένειά του πάνω απο τον εαυτό του. Θέλω να πιστεύω οτι είναι αφοσιωμένος σ' αυτήν.

-Το όνομά του;

-Γεώργιος, σαν τον Άγιο που σκότωσε το δράκο.

Στο σημείο αυτό, αναρωτήθηκα τι δουλειά είχα εγώ εκεί, γιατί μ' απειλούσαν, γιατί τέτοια δόση θεατρικότητας στα λόγια μου. Και τότε το θύμα ξανάλλαξε.

--Αυτός;

-Θέλεις να πεις αυτή.

Σώπασε ο κλέφτης.

-Η γυναίκα αυτή κουβαλάει στην πλάτη της γενιές παιδιών, γενιές που διψούν για παιδεία και δικαιοσύνη. Είναι μια δασκάλα, αν δε το κατάλαβες. Και ίσως εκείνη αξίζει τα περισσότερα άτομα απ' όλους.

Το θύμα άλλαζε συνεχώς.

-Άλλος ένας κύριος, λοιπόν. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος έχει πολλά άτομα μέσα του. Και αυτό διότι πολλούς τους βάζει πάνω απο τον εαυτό του, ακόμη και στη γραφή του. Αξίζει πολύ.

Όσο το θύμα άλλαζε, εγώ συνέχιζα. Για να αποδείξω ένα παραπάνω προσόν τους.

-Αυτή είναι μια γυναίκα με εξαίρετη γραφή. Αλλά όχι, σήμερα δεν αξίζει γι' αυτό. Να...νομίζω σ' ένα τσατάκι μου χε πει οτι έχει σύζυγο...ίσως και παιδιά...κουβαλάει πολλούς μαζί της...κρίμα στο λαιμό σου.

-Αυτός είναι ένας νεαρός φοιτητής. Δεν έχει δική του οικογένεια...όχι ακόμη...μα θα έχει τις ευκαιρίες ν' αποκτήσει. Εξάλλου είναι νέος...έχει πολύ δρόμο μπροστά του....και μια οικογένεια δίπλα του που τον αγαπά, παρά τους τσακωμούς ή τις όποιες αποδοκιμασίες τους. Κι αυτά αξίζουν.

Ξαφνικά η ματιά μου μαλάκωσε, είμαι σίγουρη. Το ίδιο και του κλέφτη.

-Η ομορφιά τούτη γλυκαίνει τις καρδιές με παραμύθια! Ξέρει για τους κλέφτες, για τους φονιάδες, για τους βιαστές...κι όμως έχει την ψυχή να γράφει παραμύθια...και μάλιστα για μεγάλους! Έχει κι έναν αρραβωνιαστικό που τον έχει βαθιά μεσ' την καρδιά της....και μαζί μ' αυτόν χιλιάδες άλλα συναισθήματα Αν δεν αξίζει ο έρωτας, τι θ' άξιζε;

-Δεν τον έχω δει ποτέ, αλλά είναι άνθρωπος αθώος κι αυτό φαίνεται απ' τα γραπτά του. Περιμένει την αόρατη μνηστή του να ρθει στη ζωή του...τι αξίζει περισσότερο απ' το να περιμένει κάποιος την αληθινή αγάπη;

Και ξαφνικά, τα θύματα έγιναν δυο, απειλούμενα απο μια σκανδάλη. Δεν ξέρω πως.

-Το μόνο κοινό αυτών των δυο είναι το ζώδιό τους. Ιχθύς!

Ο κλέφτης σώπαινε.

-Εκείνον κει με την πανοπλία, μη τον σκιάζεσαι. Δεν είναι αυτό που φαίνεται. Απλά περιμένει το ταίρι του...μια ύπαρξη που θα τον ξυπνήσει, θα βάλει το χέρι της καλά στην καρδιά του και θα βγάλει στην επιφάνεια, ό,τι πολυτιμότερο κι αγνότερο έχει φυλάξει εκείνος για την αγάπη τους...γιατί κι αυτός είναι πολύ όμορφος...πες εσύ...δεν αξίζει;

Ο κλέφτης δε μίλησε. Τώρα το θύμα έγινε ένα.

-Αυτός γιατί αξίζει;

-Γιατί έχει ένα παιδί.

-Μόνο ένα παιδί;

-Μόνο ένα παιδί.

Το ανθρωπάκι με το όπλο με πλησίασε μισό μέτρο, σημαδεύοντας ακόμη κάποιον απο πίσω μου. Τον πλησίασα ακόμη περισσότερο εγώ και έστρεψα αλλού το όπλο με το χέρι μου:

-Έχει μόνο ένα παιδί, γιατί μόνος του το μεγάλωσε, μα είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει. Πατρότητα, αγαπητέ μου! Αξίζει.

Ο κλέφτης κοίταξε εκείνος για τον οποίο μιλούσα κι έκανε ένα μέτρο πίσω.

-Και γιατί εσύ δεν αξίζεις πάνω απο έναν άνθρωπο για κανέναν τους; Γιατί δε λένε τίποτα για σένα;

-Γιατί δε θα μπορούσα ν' αξίζω τίποτα για κείνους....παρα μόνον ίσως ως άτομο...ως ένας και μόνο άνθρωπος. Αλλά αυτό απο μόνο του δεν αξίζει, σωστά;

-Εσύ το είπες έτσι.

Ήταν αλήθεια, εγώ το είπα έτσι. Αλλά μου φάνηκε τόσο γελοίο. Τόσο ποταπό! Και ξέσπασα.

-Γιατί να αξίζω για κάποιον; Πες μου, δείξε μου έναν απ' αυτούς! Αυτόν; Νομίζεις θ' άξιζα τίποτα γι' αυτόν; Νομίζεις οτι με θεωρεί τόσο καλή.....γραφούσα;;;! Ή μήπως...καλό άνθρωπο, όπως τυχαίνει να μου λένε όλοι λίγο πριν με κάνουν σκατά; Αυτός; Όχι, δε νομίζω να με ξέρει....Αυτή; Όχι, δε νομίζω να έβρισκε ποτέ τίποτα άξιο σε μένα...εκείνος; Χα! Εαν ήμουν καμιά πρόστυχη σεξοβόμβα σίγουρα θ' άξιζα πολλά γι' αυτόν, είμαι σίγουρη!Δείξε άλλον! Άλλον, άλλον! Αυτός μου έχει πει οτι ίσως αξίζω κάτι και τον ευχαριστώ....άλλος όμως;! Γι' αυτήν; Χμ...ίσως να άξιζα κατιτίς αν έβαζα τελικά εκείνη τη μολότοφ σε κείνον τον εκδοτικό οίκο! Άλλος! Δεν έχεις άλλον; Αυτόν; Δεν ξέρω τι θα άξιζα...έχουμε χαθεί....άλλος; Χμ....να άξιζα γι' αυτόν;! Λες;! Μόνο αν ήμουν λίγο πιο δυνατή για να σπάσω αυτή τη γαμημένη πανοπλία!!

Μόλις τελείωσα το παραμιλητό μου ξέσπασα σε τρανταχτά γέλια Ίσως το έκανα επίτηδες, γιατί ήξερα πως εκείνοι δε μ' ακούνε...Ίσως πάλι το έκανα γιατί παρόλο που δεν μου έδιναν σημασία, ήλπιζα να μ' ακούσουν!Άλλα δε βαριέσαι....ένα όνειρο ήταν. Και όπως άρχισαν, έτσι απότομα κόπηκαν τα γέλια μου, όταν είδα τη σκανδάλη στραμμένη σε κείνο το άτομο....

-Ν' αξίζω κάτι γι' αυτόν;;! Εγώ;;Μόνο ως ψυχολόγα!!

Ξανά γέλια Χάχανα τρελά. Κανείς άλλος δε γελούσε. Δε φανταζόμουν να υπήρχε και κανένας εκείνη την ώρα, εκτός απο μένα και τη σκανδάλη. Ώσπου εμφανίστηκε πάλι αυτός.

-Ναι....δε θα δίσταζα να πεθάνω γι' αυτόν τον άνθρωπο...έστω κι έτσι...έστω και σ' ένα δικό μου χιλιοφτιαγμένο όνειρο...θα το έκανα....γιατί εκείνος σε στιγμές απόγνωσης έχει κάτι να στηριχθεί, κάτι για να συνεχίσει. Εγώ δεν έχω τίποτε τέτοιο. Οπότε δε με νοιάζει. Δε θα δίσταζα να μπω μπροστά στη σκανδάλη του όπλου, ακόμη κι αν εκείνος σταμάτησε να σου μιλάει γιατί...μιλούσες σε κάποιον που δεν πήγαινε! Κι ας με πλήγωσε αυτό. Δεν ξέρω γιατί. Δεν έχει και σημασία. Ήταν μόνο μια ανάγκη. Ούτε τ' όνομά του δε θέλω να θυμάμαι. Κι όμως, δε θα δίσταζα να πεθάνω γι' αυτόν....συνέχισε ελεύθερα....

Και χωρίς να ξέρω γιατί ο κλέφτης δάκρυσε, κάτι που φυσικά θα πρεπε να χα κάνει εγώ προ πολλού μετά απο τέτοιο μελόδραμα. Αλλά δεν κλαίω πια. Έχασα κι αυτή την πολυτέλεια. Ενηλικιώθηκα.

-Είδες γιατί αξίζουν εκείνοι περισσότερο;

Σιωπή ο κλέφτης.

-Ωραία. Φέρσου σαν άντρας τώρα και πυροβόλα.

-Όχι. Δε μπορώ.

-Γιατί;

Κι αποκρίθηκε το ανθρωπάκι:

-Γιατί αν εσύ αξίζεις για έναν άνθρωπο....εγώ δεν αξίζω για κανέναν...αυτό είναι ο κλέφτης όταν το καταλαβαίνει.

-Αυτό είναι κι ο άνθρωπος όταν το νιώθει.

Αδιαφόρησα για τους ανθρώπους εκεί. Γύρισα τελείως προς τον κλέφτη και χωρίς να τον κοιτάξω στα μάτια, πήρα το όπλο με το οποίο απειλούσε τόση ώρα. Πανεύκολο. Κι όταν εκείνος προσπάθησε να μου το ξαναπάρει, χαθήκαμε κι οι δυο απ' το δωμάτιο. Ήταν μόνο ένα όνειρο.